Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Οι ως τώρα επιθυμίες και ελπίδες των Κυπρίων, αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού, για έστω μερική ευχάριστη νότα στο πολύχρονο ζοφερό πρόβλημα του Κυπριακού, τελικά δεν ευοδώθηκαν. Αποδείχτηκε περίτρανα, ότι όλες οι τελευταίες προβλέψεις, γι’ άλλη μια φορά απογοήτευσαν πολιτικούς και πολίτες. Η κατάληξη των συνομιλιών ακολούθησε τη γνωστή, πεπατημένη και απαράλλαχτη οδό, συμπεριφορά και διαδικασία των τελευταίων δεκαετιών από μέρους της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πίσω από τις όποιες ατυχίες και αστοχίες της προσπάθειας και διαπραγμάτευσης, βρίσκεται ο ίδιος ο Ερντογάν, αλλά για άλλη μια φορά γίνεται ολοένα και περισσότερο ξεκάθαρο ποιοι στην ουσία βρίσκονται πίσω απ’ αυτόν και όλα αυτά, και τι παιχνίδι παίζει ο καθένας τελικά μέσα σε αυτό το πολυδαίδαλο και μακροχρόνιο παζλ. Όπως οδεύουν τα πράγματα, γίνεται σαφές πως το σχέδιο που εξυφαίνεται θα είναι σύμφωνο με τα συμφέροντα του καινούργιου άξονα Μεγάλης Βρετανίας-Τουρκίας που φαίνεται να δημιουργείται στην ανατολική Μεσόγειο. Η γειτονική μας χώρα πλέει σε θάλασσα συνεχώς μετακινούμενη, με προβλήματα που συνεχώς δημιουργούνται και ανανεώ- νονται στο μεγαλύτερο μήκος των συνόρων του. Κατά τη συνηθισμένη και προσφιλή της τακτική, εξαπολύει μια άκρως επιθετική στρατηγική πολιτική εκτός συνόρων και ταυτόχρονα μια αυταρχική, κατασταλτική και ολοκληρωτική στο εσωτερικό της χώρας, όπως φάνηκε περίτρανα τους τελευταίους μήνες, για τον απλούστατο λόγο ότι η εξωτερική και εσωτερική πολιτική, είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πια, ότι πορεύονται μαζί και βεβαίως αλληλοεπηρεάζονται. Γι’ αυτό τόσο απέναντι στην Κύπρο, όπως και προς δυσμάς, στο Αιγαίο Πέλαγος, ο Ερντογάν έχει ανάγκη από εύκολες και προφανείς νίκες, έστω πρόσκαιρες, για να αυξήσει το κύρος του, να αποκαταστήσει κάπως την εκτίμησή του εναπομείναντος στρατού και βεβαίως να εξασφαλίσει τη μελλοντική υποστήριξη των εθνικιστών. Οι πρόσφατες αποτυχίες των τουρκικών στρατευμάτων του στον πολύπαθο χώρο της Αλ Μπαμπ, στη βορειοδυτική Συρία, όσο πλησιάζει η ημερομηνία του δημοψηφίσματος, απειλούν ευθέως τις ηγετικές και πολιτικές επιδιώξεις του.

Η Μεγάλη Βρετανία από τη μεριά της, μετά την απόφαση να οδηγηθεί εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ουσία “απελευθερώθηκε” από τις όποιες δεσμεύσεις είχε και εντοπίζονταν στον χώρο της παραπαίουσας Ευρώπης, και αναζητά τον καινούργιο της πλέον ηγετικό ρόλο. Η πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει τον ρόλο της και κάποιες λεπτομέρειες της στρατηγικής της, με αποτέλεσμα η Μεγάλη Βρετανία να βρίσκει πεδίο ελεύθερο για δράση που θα εξυπηρετεί φυσικά τα στενά συμφέροντά της. Η Τουρκία φαίνεται ότι προσφέρει απλόχερα το άρμα πάνω στο οποίο θα καταφέρει η Γηραιά Αλβιόνα να υλοποιήσει τα υποχθόνια σχέδιά της.

Η επίσκεψη της Μέι στην Άγκυρα, στα τέλη Ιανουαρίου, σηματοδοτεί την αφετηρία αυτής της νέας βρετανικής δραστηριότητας στον εξωτερικό τομέα. Το ιδιαίτερο σε εκείνη την επίσκεψη είναι ότι η Βρετανίδα πρωθυπουργός έκανε το ταξίδι αμέσως μετά την επίσκεψή της στην Ουάσιγκτον, όπου ήταν η πρώτη ηγέτης που συναντήθηκε με τον νέο Αμερικανό πρόεδρο και όπου σύμφωνα με τις δηλώσεις τους συμφώνησαν να εγκαινιάσουν μια νέα περίοδο στενών σχέσεων. Συνεπώς το πιθανότερο είναι με το ταξίδι της στην Τουρκία να θέλει να μεταφέρει τις εντυπώσεις και κάποιες αποφάσεις στην ηγεσία της γειτονικής χώρας. Πέρα από τις όποιες εμπορικές συμφωνίες μεταξύ τους, η κ. Μέι αναμφίβολα επιθυμεί σφόδρα να συνάψει και στρατηγικές συνεργασίες στο πλαίσιο του νέου ρόλου που αναλαμβάνει η Βρετανία μετά την αποχώρησή της από την, κατ’ όνομα, Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι πανούργοι και δολοπλόκοι Βρετανοί δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεκμετάλλευτο το γεγονός ότι η χώρα τους απορροφά μεγάλο μέρος των τουρκικών εξαγωγών, φέρνοντας έτσι και κάποια άλλα θέματα στο προσκήνιο, όπως το Κυπριακό, την Ε.Ε., το ακανθώδες προσφυγικό ζήτημα και τις όποιες επιδιώξεις του ISIS. Φθάνοντας στην Άγκυρα και επισκεπτόμενη το μαυσωλείο του Ατατούρκ, έγραψε στο βιβλίο επισκεπτών ότι αποτελούσε μεγάλη τιμή γι’ αυτή που επισκέφτηκε τον ιερό χώρο μνήμης του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας. Στο Κυπριακό πρόβλημα, οι Βρετανοί μάλλον θα προσπαθήσουν να κρατήσουν με κάποιο τρόπο ζωντανή, με άλλα λόγια απλώς να σέρνεται, την ούτως ή άλλως ανήμπορη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, εξυπηρε- τώντας με τον τρόπο αυτό και τον πονηρό σχεδιασμό του Ερντογάν. Το πιθανότερο είναι ότι το Κυπριακό να εισήλθε στη συζήτηση μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής, εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας, στο σύνολο βεβαίως των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Οι Άγγλοι από καταβολής ελληνικού κράτους, στόχευαν στη δημιουργία ενός ελληνοτουρκικού χώρου, που θα εξυπηρετεί τα βρετανικά συμφέροντα στη ζωτικής φύσεως περιοχή η οποία θα ανέκοπτε τη ρωσική κάθοδο στη Μεσόγειο. Ιστορικά, μόνον όταν οι Τούρκοι συμμάχησαν με τους Γερμανούς άλλαξε η βρετανική πολιτική, για να επανέλθει και πάλι με την επικράτηση του Κεμάλ στην εξουσία. Ο παμπάλαιος στρατηγικός σχεδιασμός των Βρετανών δεν έχει εγκαταλειφθεί, παρά τις κατά καιρούς ατυχίες του. Για την περίπτωση της Κύπρου, στην οποία αναφερόμαστε, η ανάμιξη του χριστιανικού με το μουσουλμανικό στοιχείο, των Ελληνοκυπρίων με τους Τουρκοκύπριους, υπό τουρκική επιρροή, υπήρξε η κύρια στρατηγική του Λονδίνου, ως πλατφόρμα της μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας του ςστο νησί και της προνομιακής σχέσης με την Άγκυρα.

Όσον αφορά τους άλλους διεθνείς παράγοντες, καταρχάς στις ΗΠΑ ακόμη επικρατεί σχεδόν χαοτική κατάσταση πάνω στα διεθνή θέματα. Η καινούργια υπερατλαντική κυβέρνηση, σχεδόν καθημερινά γίνεται στόχος επιθέσεων από γνωστούς και αγνώστους κύκλους της παγκοσμιοποίησης, και είναι φανερό πια ότι προσπαθούν και θα συνεχίσουν να τους περιορίσουν τα περιθώρια διπλωματικών κινήσεων, σε μια σειρά από τομείς της εξωτερικής και της οικονομικής πολιτικής, ώστε να μην πληγούν τα συμφέροντά τους, προβάλλοντας ως πρόσχημα το μεταναστευτικό ζήτημα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, δύο ευαίσθητες έννοιες που κατορθώνουν να ενώνουν αντικρουόμενες ομάδες, όπως φιλελεύθερους και αριστερούς. Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες για αυτήν την αντιπαράθεση. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι ο Τραμπ θα ακολουθήσει σε όλο το μεσανατολικό χώρο γραμμή παρεμφερή με αυτή του Ισραήλ, το οποίο φυσικά δεν επιθυμεί την “παράδοση”της μεγαλονήσου αποκλειστικά στην πολιτική της Άγκυρας. Για λόγους στρατηγικούς, η μεταφορά του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εξυπηρετείται από τις καλές σχέσεις τόσο με την Τουρκία, όσο και με το δίπολο Ελλάδα-Κύπρο. Κι όλα αυτά τη στιγμή που απειλείται από το συνεχώς ενισχυόμενο Ιράν, αλλά και την στρατιωτική παρουσία των Ρώσων δίπλα του. Η Ρωσία, επίσης, έχει κάνει γνωστό το ενδιαφέρον της για την πορεία του Κυπριακού και δεν θα ήθελε να δει καμία λύση που θα παρέδιδε τη διαχείριση της μεγαλονήσου σε Τούρκους και Βρετανούς. Από την άλλη μεριά, όμως, η ρωσική διπλωματία γνωρίζει ότι το Κυπριακό μπορεί να είναι το αντίτιμο για να καταρρεύσει η συμμαχία Άγκυρας-Μόσχας και να πλησιάσει η Τουρκία και πάλι στο δυτικό στρατόπεδο και ότι ο έλεγχος της Κύπρου από Βρετανούς και Τούρκους θα επέφερε τη δυνητική περικύκλωση της ρωσικής παρουσίας στην Συρία.

Για τη μακρινή Κίνα τα σχέδιά της εξυπηρετούνται από έναν “θαλάσσιο δρόμο του μεταξιού”, ο οποίος θα διέρχεται μέσα από μια κυρίαρχη Κύπρο, κι όχι ελεγχόμενη βρετανική αποικία όπου θα απαιτείται η έγκριση της Άγκυρας και του Λονδίνου. Για την Ε.Ε., τέλος, η κατάσταση δυστυχώς είναι από πάσης πλευράς, συγκεχυμένη. Μόνιμη ανυπαρξία κοινής εξωτερικής πολιτικής χωρίς να προοιωνίζεται κάτι ελπιδοφόρο. Η κάθε χώρα ακολουθεί τη δική της πολιτική, δηλαδή εκείνη που εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, γεγονός που ενισχύει την τουρκική αυθαιρεσία. Ειδικότερα, βλέπουμε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε δυσχερή θέση, έχει χάσει όλα της τα ερείσματα στη Μέση Ανατολή, υποχωρεί στον χώρο της βόρειας Αφρικής και ελπίζει μόνον σε κάποια συμμετοχή γαλλικών εταιρειών στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου. Η Γερμανία φαίνεται προσεκτικότερη, δείχνοντας σχετική αυτοσυγκράτηση. Γνωρίζει ότι μια Κύπρος ελεγχόμενη από τους Τούρκους, στα πλαίσια πάντοτε της Ε.Ε., θα αναγόταν σε εκπρόσωπο της Άγκυρας που θα υπαγόρευε τις δικές της επιθυμίες και αντιρρήσεις σε όποια στρατηγικά σχέδιά της. Αλληλένδετο με αυτό είναι και το πρόβλημα των εκατομμυρίων μεταναστών τους οποίους χρησιμοποιεί η Τουρκία ως μοχλό πίεσης, όποτε και όπως θέλει, έναν ουσιαστικό εφιάλτη για τις επερχόμενες εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Κατόπιν αυτών, καθίσταται σαφές ότι δεν πρέπει να περιμένουμε και πολλά στο πρόβλημα και στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό πρόβλημα. Ήδη ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, προφανώς με την έγκριση και προτροπή του Ερντογάν, εγκατέλειψε τις προσπάθειες και τις συνομιλίες που γίνονταν και κατευθύνθηκε στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν για άλλη διάσκεψη, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα ήσσονος σημασίας δικαιολογίες.

*Ο Γιώργος Σχορετσανίτης είναι χειρουργός και διεθυντής χειρουργικού τομέα στο ΠΑΓΝΗ