Του Ηλία Μετοχιανάκη*
“Ημέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης ανάπλεως, πεφανέρωται σήμερον· φαιδρότης δογμάτων γαρ, των αληθεστάτων, αστράπτει και λάμπει, η Εκκλησία του Χριστού, κεκοσμιμένη αναστηλώσεσιν, Εικόνων αγίων...” (Τροπάριο Αίνων).
Την πρώτη Κυριακή των νηστειών εορτάζομε ιεράν πανήγυριν, τον θρίαμβο της Αγίας μας Εκκλησίας κατά των εικονομάχων και την αναστήλωση των αγίων εικόνων.
Είναι η Κυριακή της Ορθοδοξίας, που με λαμπρότητα βιώνουν όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, καθώς οι ιεροί ναοί είναι κεκοσμημένοι πληρέσταρα με τις άγιες εικόνες του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της Θεομήτορος, των Αγίων της Εκκλησίας μας και του Τιμίου Σταυρού. Ιερόν δέος μάς διακατέχει κατά την περιφορά και λιτάνευση των αγίων εικόνων με τους υπέροχους ύμνους της εορτής. Ευφραίνεται η καρδία ημών, αγάλλονται η ψυχή και ο νους των πιστών στο άκουσμα του κατανυκτικού τροπαρίου “Την άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν Αγαθέ, αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός...”.
Η τιμή των αγίων εικόνων συνδέεται αναπόσπαστα με τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας, ενώ η μη απόδοση τιμής προς αυτές είναι αποτέλεσμα λανθασμένης αντίληψης και αιρετικών επιδράσεων.
Στην αρχαιότητα πολλοί λαοί απεικονίζουν μορφές θεών και λάτρευαν τα ομοιώματά τους. Εξαίρεση αποτελούσαν οι Εβραίοι, οι οποίοι, επηρεασμένοι από τη δεύτερη εντολή του Δεκαλόγου, απαγόρευαν την κατασκευή ομοιωμάτων, διότι τα θεωρούσαν ως είδωλα.
Γι’ αυτό κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους οι από εβραϊκής καταγωγής χριστιανοί, λόγω της προκατάληψής τους αυτής, δεν δέχονταν τις εικόνες, παρά μόνο ορισμένες συμβολικές παραστάσεις, που χαράσσονταν στα τοιχώματα των κατακομβών σε εποχή διωγμών, όπως ο “Καλός Ποιμήν”, ο “ιχθύς” κ.ά.
Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου άρχισε η απεικόνιση του Σταυρού και στη συνέχεια η απεικόνιση των αγίων Αποστόλων, της Παναγίας, του Χριστού και των αγίων. Έτσι σταδιακά ισχυροποιείται στη συνείδηση των πιστών η σχέση των εικόνων με τη λατρευτική τους ζωή και αποδίδεται η δέουσα τιμή προς αυτές.
Όμως κατά τον 8ον και 9ον αιώνα η τιμή των αγίων εικόνων κλονίζεται από υπερβολή, θρησκευτικό ζήλο και ιερό φανατισμό, ως αποτέλεσμα της αμάθειας ορισμένων καλογήρων και του απλοϊκού λαού. Οι φανατισμένες ομάδες είχαν παρανοήσει την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας για τις εικόνες και άρχισαν να τις λατρεύουν, αντί να αποδίδουν τιμές στα εικονιζόμενα πρόσωπα των αγίων. Η εικονολατρία έλαβε επικίνδυνες διαστάσεις, που συγκλόνισε τη ζωή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί 116 έτη (727-843). Η προσκύνηση και η λατρεία των εικόνων δημιούργησε μια μεγάλη θεολογική σύγκρουση, που σύντομα έγινε κοινωνική και εθνική. Η εικονολατρία θεωρήθηκε θεοποίηση και νεοειδωλολατρία από πνευματικούς ηγέτες, οι οποίοι ελάμβαναν επικίνδυνες αποφάσεις και η όλη κίνηση κατέληξε σε εικονομαχία. Η δυναστεία των Ισαύρων (Λέων Γ’ και Κωνσταντίνος Β’), αντί να προβούν στη διαφώτιση του λαού και των καλογήρων, στράφηκαν εναντίον των αγίων εικόνων, τις οποίες απομάκρυναν από τους ιερούς ναούς, παρά την αντίδραση του πατριάρχη Γερμανού Γ’ και του πάπα Γρηγορίου Β’. Ακολούθησαν διώξεις των εικονολατρών, πολλά μοναστήρια έκλεισαν και η διαμάχη πήρε διαστάσεις εμφύλιου σπαραγμού, καθώς οι ορθόδοξοι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις, στους εικονόφιλους και στους εικονομάχους.
Ο Λέων Δ’ ο Ίσαυρος, ως μετριοπαθέστερος αυτοκράτωρ, κάνει δεκτή τη θέληση της γυναίκας του Ειρήνης της Αθηναίας, να σταματήσει τον διωγμό εναντίον των εικόνων και των καλογήρων που υποστήριζαν την τιμή των εικόνων. Και όταν εκείνος πέθανε, η Ειρήνη κάλεσε το έτος 787 τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία όρισε την επαναφορά των αγίων εικόνων στους ιερούς ναούς, την τιμή και όχι τη λατρεία των εικόνων. Μετά από αυτό το γεγονός της επαναφοράς των αγίων εικόνων, λήγει η πρώτη περίοδος της εικονομαχίας.
Ακολούθησε όμως κατόπιν νέα σειρά εικονομάχων αυτοκρατόρων (Μιχαήλ, Λέων Ε’, Μιχαήλ Β’, Θεόφιλος) και νέα περίοδος συγκρούσεων και ταραχών με τελευταίο εικονομάχο τον Θεόφιλο. Αυτός υπήρξε έμπειρος στα θεολογικά ζητήματα και λάτρης της Θεοτόκου και των αγίων, καθώς και συγγραφέας πολλών εκκλησιαστικών ύμνων. Οι γνώμες των ιστορικών για τον Θεόφιλο αρχίζουν από τις πιο καταδικαστικές και τελειώνουν στις πιο εγκωμιαστικές απόψεις. Η βασιλεία του υπήρξε η πιο τραχεία εποχή της δευτέρας περιόδου. Σύμβουλός του στα εικονομαχικά ζητήματα ήταν ο Ιωάννης ο Γραμματικός, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης (837). Το έτος 842 πέθανε ο Θεόφιλος και ανέλαβε αυτοκράτειρα η σύζυγός του Θεοδώρα, ως κηδεμόνας του ανήλικου υιού της Μιχαήλ Γ’. Πρώτο μέλημά της ήταν η αποκατάσταση των εικόνων, ως φανατική εικονολάτρις. Ο πατριάρχης Ιωάννης Γραμματικός καθαιρέθηκε και στον πατριαρχικό θρόνο ανήλθε ο Μεθόδιος ο Ομολογητής. “Ενδημούσα” Σύνοδος του 843 στην Κωνσταντινούπολη επικύρωσε τους κανόνες της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αναστήλωσε τις άγιες εικόνες με υπέρτατο ενθουσιασμό, χαρά και ιερή συγκίνηση και στις 11 Μαρτίου του έτους 483 θέσπισε την Κυριακή της Ορθοδοξίας (Α’ Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής), όπου από τότε εορτάζεται σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο εις ανάμνηση του θριάμβου της. Έτσι τα θεολογικά δόγματα των Πατέρων της Εκκλησίας και κυρίως του Ιωάννου Δαμασκηνού επικράτησαν οριστικά και οι αγώνες των πιστών δικαιώθηκαν.
Η εικονομαχική περίοδος άφησε βαθιά ίχνη στην καλλιτεχνική ζωή της εποχής με αρνητικά αποτελέσματα. Υπέροχα μνημεία τέχνης, μω- σαϊκά, τοιχογραφίες και αγάλματα καταστράφηκαν, ενώ γλυπτές αναπαραστάσεις αγίων προσώπων ή αγιογραφικών σκηνών εξαφανίστηκαν.
Όμως ο θρίαμβος της αγίας μας Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε με την πανηγυρική αναστήλωση των αγίων εικόνων επί της ευσεβεστάτης βασιλίσσης αγίας Θεοδώρας και επί της πατριαρχίας του αγίου και ομολογητού Μεθοδίου. Η Εκκλησία μας ευχαριστεί και δοξάζει τον Κύριον για τον θρίαμβον αυτόν με τον υπέροχον ύμνον: “Γέρας και τιμήν κεκτημένη η Εκκλησία τον Σταυρόν σου, και τας σεβασμίας Εικόνας, και των αγίων τα εκτυπώματα, μετ’ ευφροσύνης Δέσποτα, και θυμηδίας μεγαλύνει σε (από τη θ’ ωδή).
*Ο Ηλίας Μετοχιανάκης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης

