Του π. Ηλία Βολονάκη

Αφορμή να γραφούν οι ακόλουθες σκέψεις έδωσε το σχόλιο της ερημερίδας “Πατρίς” της Δευτέρας 13 Φεβρουαρίου με θέμα “η επετεία ενόψει της άνοιξης και της άφιξης στην πόλη μας των πρώτων τουριστικών ομάδων”. Πράγματι η επετεία στην πόλη μας έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις που προσβάλλει τον πολιτισμό μας.

Σε κάθε πολυσύχναστη γωνιά της πόλεως συναντούμε ανθρώπους, που με κάθε τρόπο προσπαθούν να αγγίξουν τα φιλάνθρωπα αισθήματά μας, ώστε να τους βοηθήσουμε οικονομικά. Γυναίκες με μωρά, παιδιά που πουλάνε χαρτομάντιλα ή λουλούδια, άνδρες που προσφέρουν μπανάνες για ένα ποσό, αλλοδαποί με ταμπέλες που δηλώνουν την “φτώχεια” τους, πραγματικοί ή κίβδηλοι ανάπηροι, νέοι που θέλουν ένα ευρώ για να πάρουν κουλούρι ή ένα σουβλάκι γιατί πεινούν ή ακόμη για να βγάλουν το εισιτήριο για να επισκεφθούν το νοσοκομείο.

Αυτή είναι η καθημερινή εικόνα. Δεν τολμάς να μπεις στους ναούς του Αγίου Μηνά και του Αγίου Τίτου. Οι επαίτες σε περιμένουν. Ακόμη και όταν κυκλοφορείς με αμάξι σε κάθε φανάρι περιμένουν μικροί και μεγάλοι να σου ζητήσουν βοήθεια ή να σπεύσουν να πλύνουν τα τζάμια του αυτοκινήτου.

Και το πρώτο που σκέπτεται κανείς είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι άγνωστοι στο πρόσωπο και στη διαμονή. Δεν ξέρεις αν τα χρήματα που ζητούν, από ανημποριά είναι ή από τεμπελιά ή ακόμη για να πάρουν τη δόση τους στο αλκοόλ ή στο τσιγάρο ή στα ναρκωτικά.

Ορισμένοι περισσότεροι επιτήδειοι επισκέπτονται ναούς και σπίτια και ζητούν βοήθεια για να πάρουν φάρμακα ή να πάρουν το παιδί τους στο εξωτερικό για ιατρική θεραπεία κ.λπ.

Περισσότερο ενοχλείται κανείς ότι τα παιδιά που επαιτούν δεν είναι στο σχολείο ή το χειρότερο είναι θύματα εκμετάλλευσης.

Οι επαίτες απευθύνονται στη φυσική τάση της ανθρώπινης ψυχής για αγάπη.

Απευθύνονται στις ενοχές μας ως κοινωνίας για το ότι δεν έχομε εξασφαλίσει εργασία και ένα αξιοπρεπές εισόδημα για όλους.

Απευθύνονται ακόμη στις προσωπικές ενοχές μας ότι περνάνε καλά, ενώ υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν.

Απευθύνονται στις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις ότι “ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεόν”.

Βέβαια την ευθύνη για τη ζωή των πολιτών έχει το κράτος. Όμως υπάρχει και η δική μας προσωπική ευθύνη.

Πριν απ’ όλα για την αντιμετώπιση του προβλήματος πρέπει να ατενίζουμε τον άνθρωπο ως εικόνα του Θεού. Εφόσον “Ο Θεός αγάπη έστι” (Α’ Ιωαν. δ’ 16) αντιστοίχως και ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να αγαπά.

Δεν μπορεί ο άνθρωπος, ως εκ της φύσεως του, να είναι κάτι διαφορετικό από το αρχέτυπο Του, τον ίδιο τον Θεό. Συνεπώς κάθε έκπτωση από την αγάπη συνιστά διαστροφή και ανωμαλία. Επομένως η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου είναι απαραβίατη. Οι νομικοί κανόνες που υπάρχουν για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να γίνονται σεβαστοί αν θέλουμε να είμαστε πολιτισμένος λαός με μεγάλη παράδοση.

Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να τρώει, να ντύνεται, να έχει τόπο να κατοικήσει, να διαλέγεται ελεύθερα τον τρόπο της ζωής του, να απολαμβάνει μιας τίμιας και ανεξάρτησης δικαιοσύνης και να εκδηλώνει χωρίς φόβο τη θρησκευτική του πίστη.

Είναι αλήθεια ότι τα πολιτικά καθεστώτα και οι οικονομικοί συνασπισμοί παγκοσμίως καταπιέζουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό το φαινόμενο το βιώνουμε καθημερινά.

Όλο και συρρικνώνονται οι δυνατότητες και η ελευθερία του ανθρώπου για να επιτύχει την αυθεντικότητά του. Και αυθεντικότητα σημαίνει αυτοσυνειδησία, λογικότητα και ελευθερία επιλογής του προσωπικού τρόπος υπάρξεως. Να μπορεί να ζήσει με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που ως εικόνα του Θεού διαθέτει, αγαπώντας, πιστεύοντας και ελπίζοντας.

Η γνησιότητα του πνευματικού πλούτου που έχει ένας άνθρωπος πιστοποιείται από την ευρύτητα και τη δύναμη της αγάπης του, η οποία με τη σειρά της εκφράζεται αυθεντικά σε ταπεινά και υλικά έργα ως διακονία των ανθρώπων. “Γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων έστι” (Λουκ. στ. 36). Και ο Απόστολος Παύλος συνιστά και παραγγέλλει προς τους Κολοσσαείς: “Ως εκλεκτοί του Θεού, αγιασμένοι και αγαπημένοι, αποκτήστε φιλευσπλαχνία, καλοσύνη, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία” (Κολοσ. γ’ 12).

Στη δική μας κοινωνία η φιλανθρωπία είναι έκδηλη. Η Εκκλησία, η περιφέρεια, ο δήμος, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα Ανδρέου και Μαρίας Καλοκαιρινού όπως επίσης και πολλοί άλλοι κοινωνικοί παράγοντες στην πόλη μας, είναι πρόθυμοι και συνδράμουν το έργο της φιλανθρωπίας. Όμως χωλαίνει η οργάνωση.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος προϋπόθεση να εμπνεύσουμε στους πολίτες την αλληλεγγύη και τη φιλαδελφία.

Να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες να έχουν άποψη για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων.

Να υπάρχει καθοδήγηση και ενδιαφέρον τουλάχιστον οι νέοι στην ηλικία και τα παιδιά να φοιτήσουν στα σχολεία.

Να αξιοποιηθούν όσοι μπορούν να εργαστούν.

Να έχουμε υπόψη ότι η φιλανθρωπία δεν εξαντλείται στην υλική ανακούφιση των συνανθρώπων μας. Αγάπη είναι να βοηθήσεις τον άλλον και να τον συνδράμεις και σε άλλες ανάγκες τόσο υλικές όσο και πνευματικές.

Ό,τι προσφέρει ο καθένας θα το δεχθεί ως προσφορά στη Θεότητά Του ο Κύριος, ο οποίος είπε: “Σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδελφούς μου, τα κάνατε για μένα” (Ματθ. 4 ε’ 40).

Και ο μεγάλος ιεράρχης της φιλανθρωπίας, ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει: “Πραγματικά δίνεις ψωμί και παίρνεις αιώνια ζωή, δίνεις ρούχα και παίρνεις στολή άφθαρτη διότι η ελεημοσύνη είναι αιώνια και άφθαρτη και να μην την περιφρονούμε. Αλλά και όσοι δεν έχουν να προσφέρουν υλική βοήθεια ας δείξουν τη συμπάθεια τους δια της προσευχής”.

Οι επιχειρήσεις διακρίνονται, επιτυγχάνουν όταν έχουν καλή οργάνωση και δίκαια διαχείριση. Οι στρατοί είναι αποτελεσματικοί όταν έχουν άριστη οργάνωση και καλό επιτελείο. Το ίδιο χρειάζεται και το έργο της φιλανθρωπίας στην πόλη μας. Μια καλή οργάνωση. Να υπάρχει ένα κεντρικό όργανο, μια επιτροπή ώστε να λειτουργήσει επιτελικά και να αντιμετωπίσει συλλογικά το πρόβλημα της φιλανθρωπίας.

Στην επιτροπή να μετέχουν εκπρόσωποι της Περιφέρειας, της τοπικής Εκκλησίας, του Δήμου, της Δικαστικής Υπηρεσίας Ανηλίκων και της Αστυνομίας. Να στεγάζεται στο κέντρο της πόλεως και να έχει τηλεφωνική σύνδεση, ώστε ο κάθε πολίτης να μπορεί να απευθύνεται με ευθύνη και καλή διάθεση να βοηθήσει. Η επιτροπή να είναι πλήρως ενημερωμένη για το όλο έργο της κοινωνικής προσφοράς σήμερα και να γνωρίζει επακριβώς τις δυνατότητες κάθε φορά.

Με αυτό τον τρόπο πιστεύω πως θα περιορισθεί και το φαινόμενο της επετείας.

Ας το τολμήσουμε.