
Στη μελέτη συμμετείχαν 997 έγκυοι γυναίκες και τα παιδιά τους από την πολιτεία της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ και 569 έγκυοι γυναίκες με τα παιδιά τους από την Κρήτη. Την επιστημονική ευθύνη της μελέτης έχει ο Τομέας Κοινωνικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης υπό την επίβλεψη της επίκουρης καθηγήτριας Λήδας Χατζή.
Η μεσογειακή διατροφή, και ειδικότερα η κρητική διατροφή, είναι ευρέως αποδεκτή ως ένα υγιεινό και ισορροπημένο διατροφικό πρότυπο, που η υιοθέτησή του μπορεί να συμβάλει στη μείωση της εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων ήδη από τα πρώτα στάδια της ζωής. Οι πιο πρόσφατες μελέτες όμως δείχνουν ότι οι διατροφικές συνήθειες αλλά και ο τρόπος ζωής κυρίως των παιδιών της Κρήτης έχουν αλλάξει, απομακρύνονται από τη μεσογειακή διατροφή και μειώνουν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας με αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς ο επιπολασμός της παχυσαρκίας και των χρόνιων νοσημάτων.
Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση διεθνώς στον επιπολασμό της παιδικής παχυσαρκίας (πάνω από το 40% των παιδιών ηλικίας 5-17 ετών είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα), ενώ οι επιπτώσεις της τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική υγεία του παιδιού είναι σοβαρές και σε πολλές περιπτώσεις μη αναστρέψιμες. Στην Κρήτη τα δεδομένα από τη μελέτη Μητέρας-Παιδιού Κρήτης (Μελέτη ΡΕΑ) δείχνουν ότι στην ηλικία των 4 ετών το 21,5% των αγοριών και το 22,6% των κοριτσιών ηλικίας ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Τα ποσοστά κεντρικής παχυσαρκίας ήταν 12,8% και 11,2%, αντίστοιχα.
Η συγκεκριμένη μελέτη αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προοπτικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα για τη διερεύνηση της σχέσης της μεσογειακής διατροφής στην εγκυμοσύνη με τη σωματική ανάπτυξη του παιδιού από τη γέννηση μέχρι την παιδική ηλικία.
Σύμφωνα με τη συντονίστρια της μελέτης, κ. Λήδα Χατζή: "Η μελέτη επισημαίνει τη σημασία της μεσογειακής διατροφής στα πρώτα στάδια της ζωής και ιδιαίτερα στην εγκυμοσύνη για την σωστή ανάπτυξη και υγεία του παιδιού. Η καθηγήτρια διατροφικής επιδημιολογίας Εmily Oken (Harvard Medical School) επισημαίνει: “Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της μελέτης είναι παρόμοια σε δύο πληθυσμούς (ΗΠΑ και Κρήτη) με τελείως διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά και διατορφικες συνήθειες καταδεικνύει τη σταθερότηα και ομοιογένεια των ευρημάτων της μελέτης”.

