Του Αιμίλιου Ψαθά *

Άφησα την γυναίκα μου στο κομμωτήριο κι εγώ κατευθύνθηκα δίπλα στο καφενείο της παλιάς μου γειτονιάς στην Θεσσαλονίκη. Είναι κολλητό με το κομμωτήριο. Έσκυψα από την πόρτα και κοίταξα μέσα, μήπως δω κανέναν παλιό μου γνωστό.

Με είδε και με αναγνώρισε ο μπαρμπα-Ανέστης, που ήταν ήδη γέρος και όταν ακόμη εγώ έφυγα από την πόλη, νεαρός τότε, για να δεχτώ τον διορισμό μου στην Κρήτη. Κανένας άλλος δεν με είχε αναγνωρίσει όσο με την γυναίκα μου γύριζα στην γειτονιά μου. Ήταν όλοι πια, μετά από τόσα χρόνια, για μένα ξένοι.

Δέχτηκα την πρόσκληση του και κάθισα κοντά του. Δέχτηκα και το κέρασμά του, ένα τσάι.

-Τυχερός είσαι, μπαρμπα-Ανέστη. Ζεις τόσα χρόνια. Και μάλιστα είσαι όπως όταν εγώ έφυγα από εδώ. Δεν γέρασες…

-Μη με κοροϊδεύεις, παιδί μου Αιμίλιε (παιδί εγώ, ογδόντα τριών χρονών!) Τυχερός που ζω τόσα χρόνια δεν είμαι. Μην το νομίζεις. Είμαι εκατόν έξι ετών. Έχω ζήσει τόσες δυστυχίες… Και έχω μείνει πια μόνος. Είδα να πεθαίνει η γυναίκα μου. Να τι μου έμεινε από αυτήν (έβγαλε από την τσέπη του και μου έδειξε το δαχτυλίδι της). Πέθαναν τα δυο παιδιά μου – η κόρη μου μόνο ζει ακόμη - πέθανε ένα εγγόνι μου, μικρό ακόμη, και ένα δισέγγονό μου, σχεδόν μωρό. Με έχουν βαρεθεί και οι γιατροί που με παρακολουθούν, και το κράτος που μου δίνει σύνταξη. Αισθάνομαι παραπανίσιος. Και κυρίως είμαι πια μόνος. Βέβαια αυτοεξυπηρετούμαι. Βάρος στους άλλους δεν θέλω να γίνομαι. Όμως ο κόσμος έχει αλλάξει τόσο πολύ. Κι εγώ είμαι εντελώς αλλιώτικος. Της παλιάς εποχής. Δεν ταιριάζω πια στη νέα κοινωνία. Σήμερα οι άνθρωποι αλλιώς τρώνε, αλλιώς τραγουδάνε, αλλιώς διασκεδάζουν, αλλιώς αγαπούν, αλλιώς συνάπτουν τα ζευγάρια σχέσεις μεταξύ τους, αλλιώς παντρεύονται, αλλιώς ανατρέφουν τα παιδιά τους, αλλιώς συμπεριφέρονται… Εγώ δεν συμφωνώ . Όμως με τα δισέγγονά μου δεν θέλω να μαλώνω. Σαν να με ξέχασε ο Θεός και δεν μ’ έχει πάρει ακόμη κοντά του, αφού εδώ πια δεν ταιριάζω.

Τις προάλλες που κινδύνευε να πεθάνει και η κόρη μου, το τελευταίο μου παιδί, γριά κι αυτή τώρα πια, στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, ο γιατρός με ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ, παππού;» Και όταν του εξήγησα ότι είμαι ο πατέρας της, απόρησε και με ρώτησε πόσων χρονών είμαι. Όταν του είπα την ηλικία μου, απάντησε κι αυτός όπως κι εσύ: «Τυχερός είσαι που ζεις τόσα χρόνια». Κούνησα τότε το κεφάλι μου. Και ο γιατρός μού έκανε την παρατήρηση: «Γιατί, γέρο; Δεν είσαι ευχαριστημένος;» Πού να του εξηγώ…

Εκείνο όμως που με λύπησε πάρα πολύ και το θυμάμαι και κάθε λίγο κλαίω – γιατί είναι και φρέσκο - είναι ο θάνατος του δισέγγονού μου, του Σταύρου. Δυόμισι χρονών, ξανθό, χαριτωμένο… Είναι σκληρό να βλέπεις τους δικούς σου να πεθαίνουν. Ιδίως τα παιδιά. Πόνος ψυχής αξέχαστος.

Δάκρυσε ο μπαρμπα-Ανέστης και δεν μπόρεσε να συνεχίσει.

Θυμήθηκα και τον παλιό μου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που πέθανε εκατόν οχτώ χρονών. Και αυτός όλο παραπονιόταν ότι, ιδίως από τότε που έχασε την σύζυγό του, αισθανόταν πολύ μόνος. Και όλο αυτό μας έλεγε.

Αλήθεια, αξίζει να ζει κανείς πολλά χρόνια;

Στο μεταξύ είχε πιάσει μια τρομερή καταιγίδα. Άστραφτε και βροντούσε. Μπήκα βιαστικά στο κομμωτήριο. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Χαρακτηριστικό φθινόπωρο της Θεσσαλονίκης. Μελαγχολία όπως και στο φθινόπωρο της ζωής. Αποφασίσαμε να τρέξομε μέχρι το αυτοκίνητο.

Γίναμε μούσκεμα. Πάει τζάμπα και το χτένισμα της γυναίκας μου.

* Ο Αιμίλιος Ψαθάς είναι εκπαιδευτικός