Του Γιάννη Παπαδάκη*

Ζούμε σε έναν κόσμο ισχυρά διασυνδεδεμένο ο οποίος το 2017 έχει μπει για τα καλά σε ένα παιγνίδι άγριου ανταγωνισμού και αβεβαιότητας. Δεν υπάρχει γωνιά του πλανήτη που να μην απειλείται, που να αποτελεί νησίδα νηφαλιότητας σε αυτόν τον κυκεώνα. Από την Κίνα, την Αυστραλία, τη Β. Κορέα μέχρι το Μεξικό, τον Καναδά και τις ΗΠΑ τα πρωτοσέλιδα έχουν πάρει φωτιά. Όσο για την Ευρώπη και ιδιαίτερα την Ελλάδα, δεν χρειάζεται να κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά.

Παρ’ όλες τις ισχυρές διασυνδέσεις, την επικράτηση της δημοκρατίας ως το πιο διαδεδομένο σύστημα διακυβέρνησης, παρά το ανοιχτό διακρατικό εμπόριο, την άμεση επικοινωνία κ.λπ. παίρνει κανείς την εντύπωση παρακολουθώντας στενά το παγκόσμιο γίγνεσθαι, πως η «ευστάθεια» αυτή είναι επιφανειακή –στα χαρτιά που λέμε- χωρίς δηλαδή να έχει τα στοιχεία εκείνα που πείθουν για μια προβλέψιμα ομαλή πορεία στο μέλλον. Δεν αναφέρομαι στα επόμενα 20 ή 10 χρόνια αλλά στα επόμενα δυο ή τρία…

Μέσα σε όλα αυτά, η περίπτωση της Ελλάδας παραμένει ιδιάζουσα. Γι’ αυτό αξίζει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας εκεί, όσο και αν τα συμπεράσματά μας δεν θα αποδέχονται εύκολα γενικεύσεις.

Σίγουρα αν αναζητήσουμε τα αίτια της ελληνικής κρίσης, αν ερωτηθούμε και ρωτήσουμε ποια λύση απαιτείται και γιατί κανείς δεν τόλμησε να την εφαρμόσει, θα πάρουμε μια πληθώρα από διαφορετικές απαντήσεις. Όταν όμως κλείνει και ξανακλείνει ο ίδιος κύκλος, τότε η αναμονή για κάτι διαφορετικό μέσα από την επανάληψη έχει τη δύναμη να καταρρίψει υποθέσεις. Το ελληνικό έργο παίζεται τόσο γρήγορα ώστε ακόμα και όσοι υστερούν σε πολιτικό ένστικτο θα έχουν μια αίσθηση ναυτίας.

Δεν αναφέρομαι στο αν θα έρθει ένα νέο κύμα μείωσης στις συντάξεις ή όχι, αν μπουν νέες αυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές ή τους φόρους. Κάτι πολύ βαθύτερο φαίνεται ότι μας λείπει και η έλλειψή του παίρνει νέες μορφές σε κάθε ιστορικό κύκλο.

Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι διαχειριστική. Βρίσκεται αλλού. Κρύβεται εκεί που λίγοι μπορούν ή θέλουν να κοιτάξουν. Διότι τη στιγμή που θα το αρθρώσουμε σωστά, είμαστε ταυτόχρονα αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι η ουσία είναι πολύ διαφορετική από ό,τι νομίζαμε και απαιτεί άλλες προσεγγίσεις.

Η προσπάθειά μου να εντοπίσω τη βαθύτερη αιτία αυτής της εθνικής κρίσης ταυτότητας –γιατί για αυτό πρόκειται- με ανάγκασε να περάσω από πολλά ενδιάμεσα στάδια. Διαπιστώσεις που ενώ θεώρησα ότι απαντούσαν ικανοποιητικά στο ερώτημά μου, αποδείχθηκαν στο τέλος λανθασμένες αναγκάζοντάς με να τις επαναθεωρήσω, συχνά εκ θεμελίων. Είκοσι-τόσα χρόνια έχει κρατήσει αυτό το γράψε-σβήσε…

Όμως μετά από τα αδιέξοδα και τα πισωγυρίσματα έχω πια πεισθεί για κάτι που ίσως φαίνεται απλό, αλλά δεν είναι, ότι ο Έλληνας αποτελεί ον κατά βάση ερωτικό. Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την εποχή στην οποία ζει, αν διαπρέπει στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, αν διαχειρίζεται μεγάλες επιχειρήσεις ή κεφάλαια αποδοτικότερα από τον ικανό Αμερικανό, Γερμανό ή Κινέζο, αν λύνει δυσκολότερα προβλήματα καλύτερα από τον ικανό Νοτιοκορεάτη ή Ταϊβανέζο, αν φιλοσοφεί και αν προβληματίζεται ουσιαστικότερα από τον ικανό μη-Έλληνα.

Η διαφορά είναι ότι η επιτυχία αυτή για τον Έλληνα δεν γίνεται ποτέ αυτοσκοπός αλλά αφετηρία. Αφετηρία για να εξορμήσει έναντι ενός διπλού στόχου: Να επιτύχει μεν στο δύσκολο αυτό εγχείρημα που έχει αναλάβει αλλά και να το επανακαθορίσει με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερβαίνει τα στενά όρια που του έχουν προσδώσει οι άλλοι, ώστε να εναρμονίζεται καλύτερα με τον Άνθρωπο και τον κόσμο.

Ο ρόλος του Έλληνα δεν περιορίζεται στη διαχείριση ούτε στην διεύρυνση της κλίμακας της προσωπικής ή εθνικής του ευημερίας. Και τα δύο αποτελούν αφετηρίες για να αποτολμήσει έναν ευρύτερο εναρμονισμό των ιδεών του τόσο με την έννοια του ανθρώπου όσο και με τον τρόπο που επιλέγει να αντιλαμβάνεται τον νοητικό και φυσικό κόσμο γύρω του και μέσα του.

Με λιγότερα υλικά δεν νοείται Έλληνας.

Η σημερινή κατάσταση δυστυχώς, με καραμέλα την έμμονη ιδέα της διαχείρισης, έχει καταφέρει να αντιστρέψει ιστορικά δεδομένα αιώνων. Το πιο σπάνιο και πολύτιμο εθνικό μας χαρακτηριστικό είναι ακριβώς εκείνο που δεν τολμάμε εμείς οι ίδιοι να παραδεχτούμε ότι όχι μόνο αποτελεί τη βαθύτερη ουσία της εθνικής μας ταυτότητας, αλλά είναι και η αιχμή στην οποία πρέπει να ισορροπήσουμε για να αποπειραθούμε έξοδο από την κρίση. Αν αυτό το διπλό αδιέξοδο δεν αρθεί δεν υπάρχει λύση.

Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας είχαν λύσει το διαχειριστικό τους πρόβλημα. Αν επέλεγαν να παίξουν «γκολφ» στον ελεύθερό τους χρόνο αντί να βασανιστούν στα πεδία της φιλοσοφίας και της επιστήμης, δεν θα περνούσαν καλύτερα; Δεν το έκαναν. Γιατί;

Όταν ρώτησαν τον Σωκράτη γιατί δεν δέχεται καμιά χρηματική αμοιβή ή δώρα για τη διδασκαλία του, τους απάντησε ότι αν έκανε κάτι τέτοιο θα στερούσε από τους μαθητές του την χωρίς όρια πρόσβασή τους στην αλήθεια. Και περιφερόταν φτωχός και ξυπόλητος με σκισμένο χιτώνα. Γιατί; Δεν θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει λίγο consulting ο Σωκράτης -part time έστω- για τα προς το ζην; Τι του έλειπε που το έχουν τώρα στο τσεπάκι τους τα golden boys και βγάζουν εκατομμύρια πουλώντας κονσερβαρισμένες συμβουλές ανά την υφήλιο; Ο μη Έλληνας ανταλλάσσει ευχαρίστως την έλλειψη έρωτα ακόμα και με μια πρόσκαιρη αίσθηση ευημερίας και αφθονίας υλικών αγαθών. Ο Έλληνας όμως, στον πυρήνα του, όσο και αν προσποιείται, δεν βρίσκει ευτυχία και χαρά εκεί. Ο «δαίμων» είναι πάντα παρών, επιμένει, διορθώνει, απαιτεί και του θυμίζει πεισματικά ότι αυτά τα φανταχτερά δεν αρκούν…είναι το ομηρικό «σαράκι» που βασανίζει τον Οδυσσέα –αυτόν τον αρχέτυπο Έλληνα- για να τον οδηγήσει προς την Ιθάκη.

Η παραπάνω διαπίστωση δεν κάνει τον Έλληνα καλύτερο από τον μη Έλληνα. Απλώς τον κάνει διαφορετικό, γι’ αυτό όμως και απαραίτητο. Ακούγεται απλό αυτό, αλλά δεν είναι.

Δεν είναι απλό διότι έχουμε χάσει τη δυνατότητα να πειθόμαστε μεταξύ μας αλλά και να πείθουμε τους άλλους. Η διπλή αυτή απώλεια είναι ορατή σε όλα τα επίπεδα, στο προσωπικό, οικογενειακό, σχολικό, κοινωνικό, εθνικό, πανεθνικό. Τρεις Έλληνες βάζεις σε ένα δωμάτιο και αντί να συμφωνήσουν σε κάτι απλό που είναι φως-φανάρι, διαφωνούν με πάθος «βγάζοντας ο ένας τα μάτια του άλλου».

Αυτό βέβαια υποδηλοί σθένος γνώμης και έχει τα θετικά του όταν γίνεται με μέτρο και αιτία. Αλλά από τον Πελοποννησιακό πόλεμο και μετά η κατηφόρα δε λέει να σταματήσει. Και αν στις ανακοπές (της ιστορικής μας) καρδιάς σταθήκαμε τυχεροί, πότε με τον Λεωνίδα, πότε με τον Θεμιστοκλή, πότε με τον Περικλή, πότε με τον Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη και τον Κολοκοτρώνη, η τύχη αυτή δεν θα μας συνοδεύει εσαεί.

Πώς λοιπόν να πείσω για κάτι το εντελώς παράδοξο; Με ποια επιχειρήματα να υποστηρίξω ότι αν δεν ορίσουμε την Ελλάδα του μέλλοντος με τέτοιο τρόπο ώστε εμείς οι ίδιοι πρώτοι και καλύτεροι να την ερωτευτούμε παράφορα και να την κάνουμε προϋπόθεση ζωής, θα πλέουμε χωρίς πυξίδα και θα μπάζουμε νερά; Τι νόημα έχει το μελάνι στο χαρτί, αν δεν συνοδεύεται από το ερωτικό ανελεύθερο εκείνο που μαγνητίζει και συντονίζει συνειδήσεις προς ένα κοινό σκοπό; Τι κι αν έχω πεισθεί εγώ, όπως άλλωστε σας το ομολόγησα και παραπάνω; Στο τέλος-τέλος, τι νόημα έχει το πείσμα ενός τζίτζικα όταν δεν κατορθώνει να πείσει άλλους;

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν και δεν είναι διαχειριστικό. Είναι μια κρίση υπαρκτικής κλίμακας σε εθνικό-συνειδησιακό επίπεδο. Έτσι οφείλουμε να το δούμε. Αν το παραδεχτούμε αυτό και αν επιλέξουμε να το αντιμετωπίσουμε με τη σοβαρότητα που του αναλογεί, οι λύσεις θα προκύψουν σαν χιονοστιβάδα.

Στις λύσεις αυτές πρέπει να είμαστε ανοιχτοί διότι πρέπει να προέλθουν από έναν ωκεανό συνειδήσεων. «Το φιλότιμο δεν έχει ιεραρχία» γράφει πολύ εύστοχα ο καθηγητής κ. Ιωάννης Ιωαννίδης σε πρόσφατο άρθρο του («Ανάταξη ή ισοπέδωση;»). Για να ρωτήσει στη συνέχεια: Μπορούμε να τονώσουμε, να εκμεταλλευτούμε ό,τι θετικό έχει ο καθένας, ταλέντο, γνώση, αρετή, μοναδικότητα;

Η κρίσιμη συζήτηση και το μεγάλο στοίχημα είναι στον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούμε από το «γιατί» –από τη διάγνωση της βαθύτερης αιτίας που κάνουμε εδώ- στο «πώς», δηλαδή σε μια συντεταγμένη πορεία αντιστροφής και επιστροφής στις αρμονικές εκείνες συνιστώσες που συνθέτουν την ελληνικότητα ως διαφορετικό τρόπο ύπαρξης και ιεράρχησης των φαινομένων.

Χωρίς τον οραματισμό για ένα κοινό μέλλον, ένα κοινό προορισμό, μια «νέα εθνική Ιθάκη», τέτοια που να την ερωτευτούμε παράφορα πρώτα εμείς οι ίδιοι και μετά οι άλλοι, παύει να υπάρχει ανάγκη ύπαρξης της Ελλάδας ως αυτόνομης παρουσίας στο σημερινό και το αυριανό παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Διότι ούτε το Σύνταγμά μας μάς κάνει διαφορετικούς από τους άλλους λαούς ούτε η οικονομία μας, ούτε οι παραλίες μας ούτε οι ένδοξοι πρόγονοί μας. Όλα αυτά θα βρουν άξιους φύλακες και προστάτες ακόμα και χωρίς εμάς. Η δική μας παρουσία έγκειται στην πεποίθηση ότι αυτά δεν αρκούν για να μένει κανείς τις νύχτες ξάγρυπνος από ευτυχία. Να παραμένει δηλαδή στον πυρήνα του Έλληνας, ακόμα και αφού έχει επιτύχει την ευημερία που οι άλλοι θεωρούν αυτοσκοπό. Αυτό είναι που φέρνουμε στο παγκόσμιο τραπέζι ως Έλληνες και αυτή είναι η πρόσθεση που πρέπει να αποτολμήσουμε ως λαός. Το «συν ένα» που λέει και ο Ελύτης - τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Να πεισθούμε πρώτα εμείς γι’ αυτό και κατόπιν να πείσουμε και τους άλλους. Γίνεται.

Ας ανάψει λοιπόν εντός μας το φανάρι του Διογένη. Ας γίνει μια αρχή.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι ηλ/γος μηχανικός (PhD) και εργάζεται

στις ΗΠΑ.