Ο Χαρίλαος Ζερβουδάκης σε παρέλαση εθνικής επετείου στη λεωφόρο ΔικαιοσύνηςΟ Χαρίλαος Ζερβουδάκης σε παρέλαση εθνικής επετείου στη λεωφόρο Δικαιοσύνης

Τον έστησαν μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα, τον «τρύπησαν» οι ναζιστικές σφαίρες αλλά εκείνος κατάφερε να ξεγελάσει τον θάνατο. Το τίμημα ήταν να χάσει το ένα του μάτι, να παραλύσει το χέρι του αλλά να ζήσει μέχρι τα βαθιά γεράματα, με τις πικρές θύμησέες του, τις πληγές του αλλά και με πολλές χαρές.   Στις 2 Ιανουαρίου ο Χαρίλαος Ζερβουδάκης από τον Βαχό της Βιάννου πέρασε στην αιωνιότητα, αφήνοντας πίσω, εκτός από την όμορφη οικογένειά του,  μια σπουδαία παρακαταθήκη, μέσα από τις συγκλονιστικές μαρτυρίες του για τις ναζιστικές θηριωδίες.

Όταν τον έστησαν μπροστά από τα πολυβόλα μαζί με άλλους συγχωριανούς του, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1943, ήταν ακόμα αμούστακο αγόρι, μόλις 16 ετών, όμως η καρδιά του ήταν λιονταρίσια και το σθένος του ηρωικό.

Δεν φοβήθηκε το εκτελεστικό απόσπασμα προκειμένου να σώσει τη ζωή του μικρότερου αδελφού του Γιάννη. Φώναζε, εκλιπαρούσε,  χτυπιόταν να τον λυπηθούν οι Γερμανοί, να τον  αφήσουν γιατί εκείνος ήταν ακόμα παιδί. Και τελικά τα κατάφερε. Ο Γιάννης του απομακρύνθηκε από το πεδίο του θανάτου και αυτός ημέρωσε… και κοίταξε κατάματα τον θάνατο. Την Κυριακή συμπληρώνονται 40 ημέρες από τον θάνατο. Συγγενείς και φίλοι θα τελέσουν μνημόσυνο στη μνήμη αυτού του μοναδικού ανθρώπου που σε όλη του τη ζωή δίδαξε ήθος και αξιοπρέπεια.

Κάποιες από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του είχε δημοσιεύσει στις 3 Ιανουαρίου στην ιστοσελίδα Karmanor.gr ο Νίκος Ψιλάκης, ο οποίος τον είχε γνωρίσει προσωπικά. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

«Η μαρτυρία του Χαρίλαου συγκλονίζει. Όσο κι αν έχει εξασθενήσει η μνήμη από τα βάσανα μιας ζωής, τον πνίγει το άδικο. Συχνά - πυκνά σκουπίζει το δάκρυ. Δεν είναι και εύκολο να θυμάται κανείς τη στιγμή που μια σφαίρα τρυπούσε διαμπερώς την ωμοπλάτη του. Ούτε τη στιγμή που ένιωθε ένα τσούξιμο στο μάτι κι έχανε το φως του. Γιατί αυτό ακριβώς έπαθε ο Χαρίλαος. Η πρώτη σφαίρα τον βρήκε στην ωμοπλάτη την ώρα που βάδιζε προς τη γραμμή του θανάτου και τον έσπρωξε προς τα μπρος. Στροβιλίστηκε, πήγε να πέσει. Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθε μια δεύτερη σφαίρα και τον βρήκε στο κεφάλι. Τρύπησε το κόκαλο δίπλα στο δεξί μάτι. Έπεσε! Το αίμα που έτρεχε από τις πληγές έσμιξε με τα αίματα των άλλων. Μια μικρή λίμνη σχηματίστηκε κάτω από τα πεσμένα κορμιά. Χέρια, πόδια, κεφάλια, όλα ανακατωμένα, σχημάτισαν το βουβό σκηνικό της απόλυτης συμφοράς.

Ο Χαρίλαος ένιωθε το σκοτάδι να τον τυλίγει αλλά μπορούσε ν’ αντέξει. Το κεφάλι του βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια ενός συγχωριανού του, του Ζερβοδημήτρη. Άκουγε πια καθαρά τη μουσική του θανάτου, τους ρόγχους των συγχωριανών του που ξεψυχούσαν ο ένας μετά τον άλλο. Μόνο τρεις καρδιές συνέχιζαν ακόμη να χτυπούν, πληγωμένες κι αυτές. Τρεις απ’ όλους κρατιούνταν ακόμη στη ζωή. Ο ένας ήταν ο Χαρίλαος. Ο δεύτερος ήταν ο Ζερβοδημήτρης. Ο τρίτος λεγόταν Αγγελάκης και ήταν δάσκαλος. Φαίνεται πως οι δυο τελευταίοι, ο δάσκαλος κι ο Δημήτρης, δεν άντεξαν τον πόνο και λιποθύμησαν. Μόλις κατάφεραν να συνέλθουν ανασηκώθηκαν, προσπαθούσαν να φωνάξουν, να ζητήσουν βοήθεια. Τους άκουσε ο Χαρίλαος, έκαμε κι αυτός να ανασηκωθεί, αλλά την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Παρέμεινε πεσμένος καταγής. Πεσμένος κι ακίνητος.

Οι Γερμανοί είχαν πάρει τα πολυβόλα τους κι είχαν φύγει. Μάλλον που βιάζονταν να αφανίσουν και τους άντρες από το Πάνω Χωριό. Δυο μονάχα, ένας αξιωματικός κι ένας στρατιώτης, είχαν μείνει δίπλα στην εκκλησιά του Αφέντη. Ήθελαν φαίνεται να σιγουρευτούν για τον ολοκληρωτικό αφανισμό των θυμάτων τους. Μόλις άκουσαν τις φωνές των δυο λαβωμένων, τινάχτηκαν, έτρεξαν κι ανέβηκαν πάνω στο σωρό των πτωμάτων. Κλωτσούσαν τους νεκρούς, έβριζαν, έβγαζαν όση χολή κι όσο μίσος μπορεί να κρύβει μέσα της μια ανθρώπινη ψυχή.

Ο Χαρίλαος κειτόταν ακίνητος ανάμεσα στους νεκρούς, έκανε κι εκείνος τον σκοτωμένο. Ο ένας από τους δυο Γερμανούς ανέβηκε πάνω στο πληγιασμένο κορμί του, τον τσαλαπατούσε. Και το χειρότερο: το πέλμα της ναζιστικής μπότας πατούσε ακριβώς πάνω στο διαμπερές τραύμα της ωμοπλάτης. Έκαμε κόμπο την καρδιά του· έπρεπε να αντέξει και τον καινούργιο πόνο. Πατώντας πάνω στα κορμιά των σκοτωμένων και στο τραύμα του Χαρίλαου, ο Γερμανός έβγαλε το πιστόλι του για να ρίξει τις τελευταίες βολές, αυτές που κάποιοι τις λένε “χαριστικές”. Η πρώτη σφαίρα βρήκε τον δάσκαλο στο κεφάλι και τον αποτέλειωσε. Η δεύτερη καρφώθηκε στο κρανίο του Ζερβοδημήτρη. Η φωνή που μέχρι τότε καλούσε σε βοήθεια κόπηκε μεμιάς».