
Τους τελευταίους μήνες βρίσκεται στην επικαιρότητα μία συζήτηση μεταξύ ηγεσίας του Αρείου Πάγου και κυβέρνησης για προσαύξηση του ορίου συνταξιοδότησης των ανώτατων δικαστών, από το 67ο που υποχρεωτικά είναι σήμερα, στο 70ο έτος. Οι υποστηρικτές της (βλ. Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ.λπ.) υποστηρίζουν ότι η υποχρεωτική αποχώρηση των ανωτάτων δικαστών στο 67ο έτος προσβάλλει τα δικαιώματα των δικαστών (ισότητα απέναντι στο νόμο κ.λ.π.) και ότι η αλλαγή μπορεί να γίνει με την ψήφιση σχετικού τυπικού νόμου και οι επικριτές της (επαγγελματικές ενώσεις δικαστών και εισαγγελέων, συνταγματολόγοι κ.λπ.) ότι τούτο δεν προσβάλλει κανένα δικαίωμα των δικαστών και ενδεχόμενη αλλαγή είναι δυνατή μόνον με την τροποποίηση του σχετικού (88 & 5) άρθρου του ισχύοντος Συντάγματος.
Παρ’ ότι δε η συγκεκριμένη διάταξη, ευρισκόμενη στο Πρώτο περί «δικαστικών λειτουργών» Κεφάλαιο του Πέμπτου περί «Δικαστικής Εξουσίας» Τμήματος του Συντάγματος, πραγματεύεται την υποχρεωτική αποχώρηση (συνταξιοδότηση στην πραγματικότητα) των δικαστών (μέχρι τον βαθμό του Εφέτη στο 65ο έτος, των δε ανωτάτων στο 67ο), έχουμε τη γνώμη ότι δεν τέθηκε για την διασφάλιση των εργασιακών-επαγγελματικών και υπηρεσιακών δικαιωμάτων των δικαστών, όπως εκ όψεως φαίνεται. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία ο συγκεκριμένος αριθμός 67 (κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν και 65 ή 69), αφού το κρίσιμο εδώ δεν είναι ο αριθμός των ετών, αλλά η υποχρεωτικότητα αποχώρησης στο εκ των προτέρων ορισμένο ηλικιακό όριο, η συγκεκριμένη διάταξη τέθηκε όπως τέθηκε κυρίως για τους παρακάτω ευρύτερους λόγους προστασίας του δικαστικού λειτουργήματος, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος, ήτοι:
1) Διότι η παραμονή του ιδίου προσώπου επί μακρό χρονικό διάστημα σε μια ανώτατη πολιτειακή θέση (μεταξύ αυτών και οι θέσεις της ηγεσίας της Δικαστικής εξουσίας), από μόνη της και άνευ άλλου τινός αποτελεί μία εν δυνάμει «παράβαση» ή «αναπηρία» του δημοκρατικού κεκτημένου του πολιτειακού μας συστήματος, αφού εκ των πραγμάτων στερεί από το πολιτειακό σύστημα την πολύτιμη και χρησιμότατη εναλλαγή των ιδεών και πρακτικών που οι φορείς των θέσεων φέρουν μαζί τους. Και όπως όλοι γνωρίζουμε η μη εναλλαγή πολιτικών (ιδεών και προσώπων) ή η επί μακρόν παγίωσή τους αποτελούν χαρακτηριστικά πολιτειακών συστημάτων κατά το μάλλον ή ήττον απεχόντων από το δημοκρατικό κεκτημένο.
Με άλλα λόγια, ακόμα και εάν ο ανώτατος δικαστής είναι ο καλύτερος όλων, παραμένοντας επί μακρό χρονικό διάστημα στην ίδια θέση, αντικειμενικά και χωρίς να το θέλει (πολύ περισσότερο εάν το επιδιώκει), καθηλώνει τα δικαιοδοτικά πράγματα (στο βαθμό που του αναλογεί βέβαια) επί μακρό χρονικό διάστημα στο πλαίσιο της δικής του δικαιοδοτικής βούλησης και πρακτικής, εμποδίζοντας εκ των πραγμάτων την προοδευτική εξέλιξη που θα είχαν εάν στη θέση εναλλάσσονταν και άλλες δικαστικές προσωπικότητες, που θα μπόλιαζαν την υπηρεσία τους με νέες, καινοτόμες και ίσως πιο καλές ιδέες και πρακτικές.
Κλασικό παράδειγμα αποτελεί ο διορισμός των δικαστών του ανώτατου δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίοι, απολαμβάνοντας ισοβιότητα, διορίζονται από τον Πρόεδρο, μόλις πεθάνει κάποιος από αυτούς, με αποτέλεσμα η νομολογία του δικαιϊκού συστήματος της χώρας να αποτελεί έρμαιο τυχαίων γεγονότων: του θανάτου κάποιου, συντηρητικού ή προοδευτικού, δικαστή και του επακόλουθου διορισμού νέου, συντηρητικού ή προοδευτικού δικαστή, εκ μέρους του ασκούντος τότε την εξουσία συντηρητικού ή προοδευτικού Προέδρου (συντηρητικός Πρόεδρος = συντηρητικός δικαστής και προοδευτικός Πρόεδρος = προοδευτικός δικαστής). Εάν συμβεί δε κάποιος δικαστής να διοριστεί νέος στην ηλικία και μακροζωήσει, τότε εκ των πραγμάτων μπορεί να κρατάει όμηρο το δικαιϊκό σύστημα της χώρας επί δεκαετίες. Πράγμα που επανειλημμένα έχει γίνει στην Αμερική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την δικαιϊκή περί αμβλώσεων δικαιϊκή κατάσταση, που επί δεκαετίες, και ενώ εν τω μεταξύ παγκοσμίως έχουν ανατραπεί τα πάντα «επί το επιστημονικότερον και προοδευτικότερον», εκεί παραμένει σχεδόν αμετάβλητη.
2) Διότι το εκ των προτέρων προβλεπόμενο με συνταγματική διάταξη ορισμένο και υποχρεωτικό όριο ηλικίας αποχώρησης, τέθηκε ακριβώς για να εμποδίζει την δυνατότητα συναλλαγής της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβέρνησης) με την δικαστική εξουσία, η οποία μπορεί να πάρει τη μορφή: Εάν εσύ, ηγεσία της δικαιοσύνης, επηρεάζεις θετικά τη δικαιοσύνη απέναντί μου, τότε και εγώ ως κυβέρνηση (αφού μού είναι δυνατό και εύκολο με την βουλευτική πλειοψηφία που ως κυβέρνηση διαθέτω), θα σου προσφέρω με την επιθυμητή αύξηση του ηλικιακού ορίου (γιατί να μην το κάνω με έναν τυπικό νόμο 70 έτη και μετά με άλλον νόμο 75 έτη κ.ο.κ.ε.) την περαιτέρω ή επ’ αόριστον παραμονή σου στην ηγεσία της Δικαιοσύνης και την συνέχιση άσκησης της εξουσίας σου. Διότι, κακά τα ψέματα, και η ηγεσία της δικαιοσύνης αποτελεί εκ των πραγμάτων άσκηση εξουσίας και μάλιστα καθόλου αμελητέας. Ας μην ξεχνάμε ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης συνδέεται άμεσα (αν και έκτακτα) ακόμα και με την άσκηση της ανώτατης εκτελεστικής εξουσίας (πρωθυπουργίας), αφού στο ίδιο Σύνταγμα προβλέπεται ο διορισμός σε ορισμένες περιπτώσεις ενός εκ των Προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων (Αρείου Πάγου, Συμβουλίου της Επικρατείας και Ελεγκτικού Συνεδρίου) ως Πρωθυπουργού.
3) Διότι επίσης, από άλλη σκοπιά εξεταζόμενο, η δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας-κυβέρνησης να μπορεί να αυξομειώνει τα ηλικιακά όρια αποχώρησης των ανώτατων δικαστών με έναν απλό νόμο (χωρίς δηλαδή την αυξημένων εγγυήσεων διαδικασία τροποποίησης του Συντάγματος) μπορεί να της δώσει και την άλλη δυνατότητα, ιδίως με την μείωση του ηλικιακού ορίου, αφ’ ενός να εκβιάσει ευνοϊκή προς την ίδια συμπεριφορά της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και αφ’ ετέρου, και κυρίως, να απαλλαγεί μια και καλή από την παρουσία ικανών και αδέκαστων ανώτατων δικαστών, οι οποίοι με την παρουσία τους, τη σωστή άσκηση των καθηκόντων τους και την ακεραιότητα του χαρακτήρα τους, στέκονται εμπόδια σε άνομες και παράνομες βουλήσεις και πρακτικές της κυβέρνησης. Ας μην ξεχνούμε ότι τούτο έχει γίνει επανειλημμένα στο παρελθόν στη χώρα μας, αν και κυρίως σε εποχές με ανώμαλες πολιτειακές συνθήκες (δικτατορία Μεταξά, μετεμφυλιακά κ.λπ.).
Πρέπει συνεπώς μ’ αυτό το πνεύμα να «διαβάζεται» η παραπάνω συνταγματική διάταξη, διότι αυτό που από τους συνταγματολόγους αποκαλείται «ερμηνεία» του Συντάγματος, δεν σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύει όπως θέλει και όπως τον βολεύει, αλλά με βάση τα δεδομένα που πρωτίστως από το ίδιο το Σύνταγμα (καί τις υπόλοιπες διατάξεις του δηλαδή) προκύπτουν και φυσικά τις γενικές αρχές του σχετικά με τη σύνταξη και τη λειτουργία της πολιτείας.
Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι τελικά το σπουδαίο στην όλη υπόθεση δεν είναι το γεγονός της συζήτησης αλλαγής του ορίου συνταξιοδότησης των ανωτάτων δικαστών, το οποίο μπορεί να γίνει ούτως ή άλλως εάν ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία και συντρέχουν οι προϋποθέσεις (αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή, τροποποίηση του συντάγματος κ.λπ.). Το σπουδαίο είναι ότι αυτό πράγμα επιχειρείται να γίνει με ξεκάθαρα αντισυνταγματικό τρόπο, διότι προσπαθεί να αλλάξει με απλό τυπικό νόμο μια συνταγματική διάταξη, η οποία τέθηκε επίτηδες με την αυξημένης ισχύος συνταγματική διάταξη ακριβώς για να μην αλλάζει εύκολα και ανάλογα με την ευκαιριακή διάθεση της κάθε κυβέρνησης. Και το ακόμα πιο σπουδαίο είναι ότι τούτο επιχειρείται να γίνει με συναίνεση (αν όχι με πρωτοβουλία όπως φαίνεται τελευταία) της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας ή ορθότερα μέρους της.
* Ο Θανάσης Καραγιάννης είναι δικηγόρος

