Μια αληθινή ιστορία, που υπενθυμίζει το ξεδιάντροπο θράσος με το οποίο ο φασισμός προσπαθεί ν’ αναδυθεί στον σημερινό κόσμο.

ΑΡΝΗΣΗ

DENIAL

Σκην.: Μικ Τζάκσον

Πρωτ.: Ρέιτσελ Βάις, Τίμοθυ Σπολ, Τομ Γουίλκινσον, Άντριου Σκοτ

Η αμερικανίδα ιστορικός Ντέμπορα Λίπσταντ καλείται στα βρετανικά δικαστήρια για να υπερασπιστεί την ιστορική αλήθεια για τις μαζικές εξοντώσεις των Εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έπειτα από τη μήνυση που καταθέτει εναντίον της ο βρετανός αρνητής του Ολοκαυτώματος, αυτόκλητος ιστορικός Ντέιβιντ Έρβινγκ.

Υποψήφιο για BAFTA Καλύτερης Βρετανικής Ταινίας, αυτό το δικαστικό δράμα είναι βασισμένο στην αληθινή υπόθεση, όπως καταγράφηκε από τη Λίπσταντ στο βιβλίο της «History on Trial: My Day in Court with a Holocaust Denier» που κυκλοφόρησε το 2005. Ο Ντέιβιντ Χέιρ μπορεί να είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους βρετανούς θεατρικούς συγγραφείς και σεναριογράφους, αλλά εδώ στήνει μια άνευρη πλοκή που αφήνει αναξιοποίητη την πρόσφορη σεναριακή ιδέα και τις πολύ καλές ερμηνείες του σπουδαίου καστ. Περισσότερο απ’ όλους ξεχωρίζει ο Σπολ, που φτιάχνει έναν απολαυστικά εκνευριστικό φασίστα απατεώνα, το θράσος του οποίου όμως είναι μάλλον εύκαμπτο και βραδυφλεγές στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία στήνεται με απογοητευτική έλλειψη έντασης και κρισιμότητας.

ΕΤΕΡΟΣ ΕΓΩ

Σκην.: Σωτήρης Τσαφούλιας

Πρωτ.: Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Δημήτρης Καταλειφός, Μάνος Βακούσης, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Φρανσουά Κλουζέ

Στην Αθήνα του 2015, ένας καθηγητής εγκληματολογίας καλείται να βοηθήσει την αστυνομία να εξιχνιάσει μια σειρά φόνων, στους οποίους ο δολοφόνος αφήνει ίχνη σχετικά μ’ ένα θεώρημα του Πυθαγόρα.

Δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, μετά από το «Κοινός παρονομαστής» (2014), το οποίο παρεμπιπτόντως προέβαλε ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι το βράδυ της Κυριακής. O «Έτερος» τιμήθηκε με τα βραβεία Νεότητας και Κοινού στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται γι’ ακόμα ένα ελληνικό αστυνομικό θρίλερ που παρά τη γενικότερη επιμέλεια της παραγωγής, παραμένει ένα επιφανειακό αντίγραφο ξένων -κυρίως αμερικανικών- προτύπων, εγκλωβισμένο στον δευτερογενή χαρακτήρα του. Το σενάριο παραμένει στερεότυπο και προβλέψιμο, ενώ το πολύ αξιόλογο καστ επίσης αναλώνεται σε διαλόγους ειπωμένους με τη συνήθη ‘ψευδο-στοχαστικότητα’ που συναντάμε σε ελληνικές παραγωγές του είδους. Προσωπικά, ως πιο αξιομνημόνευτα στοιχεία της ταινίας βρήκα την ερμηνεία της ανερχόμενης Κολλιοπούλου στον ρόλο της νοσοκόμας ως της πιο ανεπιτήδευτης απ’ όλες, και τα εξαιρετικά εφέ του μακιγιάζ από τα χέρια των μαέστρων αδερφών Γιώργου κι Αργύρη Αλαχούζου, η λεπτομέρεια κι η αληθοφάνεια των οποίων είναι τα μόνα που αγγίζουν τα διεθνή πρότυπα τα οποία η παραγωγή τόσο διακαώς, αλλά μάταια επιθυμεί να φτάσει.

Όσο για τον άκομψο τρόπο με τον οποίο η εταιρεία διανομής χειρίστηκε την κάλυψη της ταινίας από τους κινηματογραφικούς κριτικούς, κι αναδείχτηκε μέσα από το περιστατικό που ανέφερε ο συνάδελφος Ηλίας Φραγκούλης για αποκλεισμό του από προβολή της ταινίας, για μια ακόμα φορά αποδεικνύεται ότι καμιάς μορφής υπεκφυγή, άμεση ή έμμεση, τυπική ή άτυπη, επίσημη ή ανεπίσημη, δε μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη γνώμη να εκφραστεί αμερόληπτα και τεκμηριωμένα.

XXX: ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ

XXX: RETURN OF XANDER CAGE

Σκην: Ντι Τζέι Καρούζο

Πρωτ.: Βιν Ντίζελ, Ντόνι Γιεν, Ντίπικα Πάντουκον, Τόνι Τζάα, Σάμιουελ Τζάκσον, Τόνι Κολέτ

Ο Ζάντερ Κέιτζ επιστρέφει στην ενεργό δράση μαζί με μια επίλεκτη ομάδα συνεργατών του, για να σταματήσουν έναν κακοποιό που με μια ειδική συσκευή καταρρίπτει δορυφόρους, θέτοντας σε κίνδυνο την παγκόσμια ασφάλεια.

Ταινία δράσης που συνεχίζει τα «ΧΧΧ: ο απόλυτος πράκτορας» («ΧΧΧ», Ρομπ Κόεν, 2002) και «ΧΧΧ: ο απόλυτος πράκτορας 2» («ΧΧΧ: State of the Union» ή «XXX: the Next Level», Λη Τομαχόρι, 2005), σηματοδοτώντας την επιστροφή του Ντίζελ στη σειρά, έπειτα από την απουσία του από το δεύτερο φιλμ.

Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, ο Βιν Ντίζελ πρωταγωνίστησε διαδοχικά σε τρεις ταινίες, που θ’ αποτελούσαν την έναρξη των τριών γνωστότερων κινηματογραφικών σειρών της καριέρας του: «Απέραντο σκοτάδι» («Pitch Black», Ντέιβιντ Τούι, 2000), «Οι μαχητές των δρόμων» («The Fast and the Furious», 2001, Ρομπ Κόεν) και «ΧΧΧ: ο απόλυτος πράκτορας». Προσπαθώντας να εξασφαλίσει ένα όσο το δυνατόν μακροβιότερο μέλλον στη βιομηχανία, ο Ντίζελ σήμερα αποσκοπεί να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερες σειρές με πρωταγωνιστικό ρόλο για τον εαυτό του. Έτσι, μετά την αναπάντεχη ‘ανάσταση’ του «Fast and Furious» και την αποτυχημένη απόπειρα του «Riddick» (Ντέιβιντ Τούι, 2013), φέτος προσπαθεί να δοκιμάσει να επαναφέρει τον τελευταίο ρόλο με μια μακροχρόνια προοπτική που του έμεινε, δυστυχώς χωρίς αισθητικό ενδιαφέρον, ούτε εμπορική επιτυχία.

Κι αυτό γιατί παρά τα 15 σχεδόν χρόνια που έχουν περάσει από την πρώτη ταινία της σειράς και παρά την πλούσια δράση της, η νέα προσθήκη όχι μόνο δεν εμφανίζει σημάδια ‘ωριμότητας’, αλλά παραμένει το ίδιο επιφανειακή, προσχηματική, κοινότοπη και στις κρισιμότερες στιγμές της το ίδιο αναληθοφανής με τις προηγούμενες δύο. Κρίνοντας μάλιστα από το χαμηλό εισπρακτικό της ντεμπούτο το σαββατοκύριακο που πέρασε, με 70 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίων εισπράξεων, δύσκολα θα υπάρξει επόμενο επεισόδιο στη σειρά- ίσως καλύτερα για όλους.