Του Βασίλη Χατζηγιάννη*

Παρά την ιλιγγιώδη ανάπτυξη των εφαρμογών και βελτιώσεων της επιστήμης και της τεχνολογίας, η αυστηρή συμπεριφορά εκείνων που κρίνουν τα θέματα της επιστήμης δεν έλειψε ποτέ, αντίθετα έγινε σκληρότερη.

Πριν είκοσι χρόνια περίπου, η αίσθηση που επικρατούσε σε ό,τι αφορά την επιστήμη ήταν αισιόδοξη, εμπεριείχε την ελπίδα. Επρόκειτο για μια αίσθηση ευρέως δικαιολογημένη από τις εξαιρετικές ανακαλύψεις του τελευταίου αιώνα, ξεκινώντας από τις επαναστατικές θεωρίες της σχετικότητας και της κβαντικής μηχανικής, και από τις εφαρμογές ορισμένων ανακαλύψεων που οδήγησαν στην εφεύρεση του ραδιοφώνου, στις μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων οργάνων και στην κατάκτηση του διαστήματος.

Η εμπορευματοποίηση της γνώσης, το κυνήγι της πατέντας που αν «κάτσει» μπορεί να αποφέρει αρκετά χρήματα, ο οξύς ανταγωνισμός για απόσπαση χρηματοδοτήσεων ή για κατάληψη κάποιας θέσης στον πανεπιστημιακό χώρο, (λόγω αφ’ ενός υπερπαραγωγής διδακτορικών και ελάττωσης των διαθέσιμων κονδυλίων αφ’ ετέρου), έχουν αλλοιώσει αρκετά το προφίλ του ερευνητή ο οποίος καλείται πλέον να εργαστεί σε περιβάλλοντα που σε πολλά σημεία μοιάζουν με εταιρικά. Επειδή η χρηματοδότηση γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την διεκδίκηση ανταγωνιστικών προγραμμάτων που απαιτούν εμπεριστατωμένες προτάσεις, business plans, οικονομικές αναλύσεις, αυστηρά χρονοδιαγράμματα των εκτελούμενων έργων, περιοδικές εκθέσεις προόδου και οικονομικής διαχείρισης και όλα αυτά μέσα από εκτεταμένες συνεργασίες δικτύων με διαφορετικά πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και εταιρείες. Όπως καταλαβαίνετε οι δεξιότητες και νοοτροπίες που απαιτούνται είναι εντελώς διαφορετικές απ’ εκείνες που έχουν εκπαιδευτεί ή ονειρευτεί.

Υπήρξαν μάλιστα μεγάλα σφάλματα προχειρότητας και εκμετάλλευσης των επιστημονικών επιτεύξεων όπως η χρησιμοποίηση του Φρέον 12 στα κλιματιστικά μηχανήματα και στα διάφορα αεροζόλ ως προωθητικού μέσου της δραστικής ουσίας που με την αλόγιστη χρήση του συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην δημιουργία της γνωστής τρύπας του όζοντος με τις γνωστές συνέπιες στην αλλαγή του κλίματος, η χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για πολεμικούς σκοπούς και η σωτήρια μεν για ορισμένους ασθενείς μεταμόσχευση ανθρωπίνων οργάνων, μέγα επίτευγμα, που πολλοί όμως την μετέτρεψαν σε εμπόριο φθάνοντας σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και στην εγκληματική απαγωγή ανθρώπων, κυρίως νέων, για πώληση των υγιών οργάνων τους. Έτσι, λοιπόν, οι ερευνητές θεωρούνταν εκείνοι που θα έφερναν αδιαμφησβήτητα την ανάπτυξη και σε πολλούς απέδιδαν ότι από τα εργαστήριά τους θα προερχόταν ένας καλύτερος κόσμος.

Αντιθέτως σήμερα φόβος και απογοήτευση τείνουν να αντικαταστήσουν την ελπίδα για ένα μέλλον σίγουρο και πιο σωστό ενώ ένας αριθμός ανθρώπων που συνεχώς αυξάνει είναι πεπεισμένος ότι η επιστήμη και τα τεχνολογικά παράγωγά της προκαλούν περισσότερα προβλήματα από εκείνα που επιλύουν. Ποιες είναι οι αιτίες μιας τέτοιας απαισιοδοξίας; Πρώτα από όλα υπάρχει μια βλακώδης αντιεπιστημονική προσπάθεια προκαλούμενη από διάφορα περιβαλλοντικά κινήματα και από μέσα ενημέρωσης και κυρίως από την τηλεόραση που προσπαθούν να δημιουργήσουν στο κοινό μια δυσπιστία σε ότι αφορά όχι μόνο την ανάπτυξη της τεχνολογίας, πράγμα που θα μπορούσε να βρει μια κάποια ηθική και κοινωνική δικαιολογία, αλλά ακόμη και της ίδιας της εξέλιξης των επιστημονικών γνώσεων.

Μεγάλη ευθύνη για τη δυσπιστία που τρέφει η κοινωνία στην επιστήμη έχουν οι ίδιοι οι επιστήμονες, οι οποίοι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ασχολούνται με την εκλαϊκευμένη διάδοση της επιστήμης αλλά και όταν το κάνουν σπάνια αποδεικνύονται ικανοί να δημοσιεύσουν έργα που να διαβάζονται ευχάριστα.

Φυσικά, πολλά από τα σφάλματα της κατάστασης που δημιουργήθηκε, οφείλονται και στους διδάσκοντες με ολίγη ή και κακή κατάρτιση, καθόσον δεν γνωρίζουν σε βάθος την επιστήμη και το υλικό που πρέπει να διδάξουν, επειδή προφανώς δεν την αγαπούν. Εδώ πρέπει να λάβομε υπόψη τον τρόπο εισαγωγής των φοιτητών μας στα πανεπιστήμια σε σχέση με την σχολή που τελικά παρακολουθούν. Άλλη επιστήμη αγαπούσαν, σε άλλη σχολή στόχευαν και το «σοφό» εκπαιδευτικό μας σύστημα σε άλλη επιστήμη τους έστειλε. Πριν από 40 χρόνια όλοι ήθελαν να γίνουν μηχανικοί γιατί έβγαζαν πολλά χρήματα και τώρα θέλουν να γίνουν γιατροί ή δικηγόροι γιατί πιστεύουν ότι θα βγάλουν λεφτά ή θα είναι καταξιωμένοι κοινωνικά.

Κανείς δεν ρώτησε τους νέους αυτούς τι τους αρέσει να σπουδάσουν. Η παραπάνω επικρατούσα κατάσταση είναι πλούσια αρνητικών αποτελεσμάτων για ένα κράτος όπως το δικό μας, που έχει άμεση ανάγκη βιομηχανοποίησης και στο οποίο εκλείπει η σοβαρή επιστημονική έρευνα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων σε ορισμένα πανεπιστήμια και τεχνολογικά ιδρύματα. Η έλλειψη της επιστημονικής έρευνας μακροχρόνια προκαλεί ανυπολόγιστη ζημιά στην κοινωνία. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα την ισλαμική κουλτούρα που κατά την περίοδο του μεσαίωνα που συνεισέφερε στην Ευρώπη σημαντικά στις γνώσεις και στην επιστήμη της αστρονομίας, των μαθηματικών, της ιατρικής και της αρχιτεκτονικής, αλλά που μετά όταν το πνεύμα της έρευνας έσβησε άφησε βαρύτατα αποδυναμωμένη εκείνη την κοινωνία.

Για τον πολύ κόσμο «κεφάλαιο» σημαίνει ένας λογαριασμός στην τράπεζα, όμως και το να πηγαίνεις στο σχολείο είναι ένα κεφάλαιο, επειδή πρόκειται για μια επένδυση που παράγει εισόδημα, παράγει κέρδος και χρειάζεται για να καλυτερεύσει τον τρόπο της ζωής μας για πολλά χρόνια. Πριν από δύο περίπου αιώνες σε καμιά χώρα του κόσμου το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σημασία και μόνο μετά το 1800 έγινε αντιληπτό ότι η μόρφωση, η εκπαίδευση και οι άλλες μορφές γνώσης αντιπροσωπεύουν αποφασιστικούς παράγοντες για την παραγωγικότητα του κάθε ατόμου αλλά, και το κυριότερο, του Έθνους, και έτσι καθιερώθηκε για πολλά κράτη η υποχρεωτική εκπαίδευση δηλαδή μια ελάχιστη εκπαίδευση για όλους.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα που καταδεικνύει το πόσο η καθημερινή μας ζωή εξαρτάται από την επιστήμη. Στο τέλος του 1700 ο Αγγλικανός πάστορας Thomas Malthus υπογράμμισε τον κίνδυνο αύξησης του πληθυσμού στην Αγγλία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη σε σχέση με την μη ανάλογη αύξηση των προϊόντων διατροφής. Αυτό θα προκαλούσε μια σειρά αρνητικών συνεπειών για την ανθρωπότητα, δηλαδή μιζέρια, πρόκληση πολέμων, πείνα, κλοπές, αρρώστιες και άλλες συμφορές. Οι καταστροφικές αυτές προβλέψεις αποδειχθήκανε εσφαλμένες, γιατί ο κ. Malthus δεν είχε λάβει υπόψη του ότι βρισκόταν εν μέσω της πιο γρήγορης τεχνολογικής ανάπτυξης όλων των εποχών, της λεγόμενης βιομηχανικής επανάστασης.

Οι εφαρμογές των επιστημονικών θεωριών που θεμελιώνονταν την εποχή εκείνη, πρόσφεραν πραγματικά στους αγρότες πολλές ανακαλύψεις που συνετέλεσαν στο να αυξήσουν τη σοδιά τους, για παράδειγμα με τις νέες γενετικές ποικιλίες του καλαμποκιού, του ρυζιού, σιταριού, με λιπάσματα χαμηλού κόστους, με εντομοκτόνα και νέες πηγές ενέργειας. Επίσης, με ορυκτό άνθρακα που μαζί με το πετρέλαιο αντικατέστησαν τα άλογα και τις αγελάδες με αυτοκινούμενες μηχανές για τις αγροτικές εργασίες.

Μα, θα μου πείτε, ωραία αφού η επιστήμη στη χώρα μας δουλεύει, τότε πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της Ελλάδας. Δυστυχώς όχι. Μπορεί ορισμένα, όχι όλα τα ερευνητικά μας ιδρύματα να δουλεύουν, μπορεί οι επιστήμονές μας να είναι ικανοί όμως το κράτος είναι ανίκανο.

Σε ό,τι αφορά την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα, σήμερα το 80% αυτής της δραστηριότητας γίνεται από τα εκβιομηχανισμένα κράτη, τα οποία ξοδεύουν, για το σκοπό αυτό, κατά μέσο όρο το 3% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Τα κράτη που βρίσκονται υπό ανάπτυξη ξοδεύουν για την έρευνα μόλις το ένα δέκατο αυτού του ποσού. Η πατρίδα μας είναι το κράτος που, μεταξύ εκείνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξοδεύει το λιγότερο για την έρευνα και που είναι περίπου 0,63% δηλαδή ούτε το μισό του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Εξάλλου και αυτό το λίγο η πατρίδα μας το ξοδεύει κατά τον χειρότερο τρόπο, γιατί λείπει για τον σκοπό αυτό η κατάλληλη στρατηγική πολιτική.

* Ο Βασίλης Χατζηγιάννης είναι Dr. μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος, ομότιμος καθηγητής ΑΤΕΙ Κρήτης.

Email: [email protected]

www.fourni.jimdo.com