Του Γιάννη Τσερεβελάκη*

Η παροιμία είναι γνωστή: «Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται». Λέγεται για όσους βρίσκονται σε απόγνωση και καταφεύγουν σε οποιοδήποτε μέσον σωτηρίας. Εντέλει σημαίνει την απεγνωσμένη, αλλά σίγουρα αποτυχημένη, προσπάθεια για σωτηρία. Η εν λόγω παροιμία μου φαίνεται ότι έχει πλήρη εφαρμογή στην περίπτωση των Ελλήνων που ζουμε μέσα στη δίνη της κρίσης: σε απόγνωση οι περισσότεροι από την αδυναμία να λύσουμε τα οικονομικά μας προβλήματα και ανήμποροι είτε μπροστά σε ένα κράτος που ρουφάει τους κόπους μας με την υπερφορολόγηση είτε μπροστά σε εργοδότες που βρήκαν την ευκαιρία να σπρώξουν την εκμετάλλευση μέχρι το έσχατο όριό της, αναζητούμε τους «σωτήρες» ανάμεσα σε όποιους παρουσιάζονται ως οικονομικά δυνατοί ή σε όποιους δίδουν υποσχέσεις, χωρίς, ωστόσο, να εξετάζουμε κατά πόσο οι υποσχέσεις αυτές είναι αληθινές. Μας αρκεί να φανταζόμαστε πως κάποιος «δυνατός»είναι δίπλα μας και μας προστατεύει.

Το φαινόμενο, καθώς έχει ποικίλες όψεις, αξίζει διερεύνησης. Καταρχάς πρόκειται για ένα φαινόμενο δεκτικό ψυχολογικής ερμηνείας. Είναι βεβαιωμένο από την Ψυχολογία ότι, για να είναι ο άνθρωπος αληθινός άνθρωπος και όχι απλώς μια βιολογική ύπαρξη, για να μην άγεται και φέρεται δηλαδή από τις ενστικτώδεις ορμές του, πρέπει να αγωνίζεται και να πασχίζει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα, δηλαδή να γίνει ικανός να αναπτύσσει τις ικανότητες της ελεύθερης βούλησης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις αποφάσεις του, διατηρώντας ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη σκέψη και διαθέτοντας τη δυνατότητα της αυτογνωσίας και του ελέγχου των συναισθημάτων, χωρίς να πνίγει τον αυθορμητισμό του (Η ψυχολογία των μαζών και οι τρόποι χειραγώγησής τους, άρθρο του Γεωργίου Ευαγγελάτου στο διαδίκτυο). Η προσπάθεια αυτή είναι εργώδης, οδηγεί όμως στην ανάπτυξη της ηθικής συνείδησης και της κριτικής ικανότητας που δεν επιτρέπουν στον κάθε προπαγανδιστή ή δημαγωγό να παρασύρει και να εγκλωβίσει με το ψεύδος και την προπαγάνδα τον άνθρωπο. Δημαγωγοί και προπαγανδιστές είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της πορείας προς την ολοκλήρωση της προσωπικότητας, επειδή ακριβώς γνωρίζουν ότι ο ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν παγιδεύεται εύκολα. Γι’ αυτό εκμεταλλεύονται κάθε μέσον που έχουν στη διάθεσή τους, ώστε ο άνθρωπος να μην ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα, να μην αποκτήσει ηθική συνείδηση και ελεύθερη βούληση, να μείνει δηλαδή ένας ανώνυμος αριθμός, ένα απρόσωπο κομμάτι μιας μάζας, ενός συνόλου ανθρώπων που υπόκεινται στην ίδια ψυχολογική επίδραση και αντιδρούν ομοιόμορφα σαν όχλος. Στην περίπτωση πολλών από εμάς τους Έλληνες, οι προπαγανδιστές και δημαγωγοί (ας τους ταυτοποιήσει ο αναγνώστης) χρησιμοποιούν δυο δυνατά ανθρώπινα συναισθήματα, για να μας παρασύρουν, ώστε να λειτουργήσουμε ως όχλος: το φόβο και την απόγνωση. Πρόκειται για δυο συναισθήματα που διαλύουν κυριολεκτικά τη λογική σκέψη, ακυρώνουν την ελευθερία της βουλήσεως και καθιστούν τον άνθρωπο έρμαιο στις διαθέσεις των επιτηδείων. Στο νου μου έρχεται ο τραγικός ήρωας Οιδίπους, για τον οποίο ο Σοφοκλής λέγει με ψυχολογική ακρίβεια πως, όταν άρχισε να τον τρώει ο φόβος και η αγωνία μήπως είναι αυτός που σκότωσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του την Ιοκάστη, δεν μπορούσε πλέον να σκεφτεί λογικά «ως έννους ανήρ», «αλλ’εστί του λέγοντος, ην φόβους λέγη». Δηλαδή: «αλλά ήταν εξαρτημένος από οποιονδήποτε του έλεγε φοβερά πράγματα» (Οιδίπους Τύραννος, στ. 915-917).

Υπάρχει όμως και η κοινωνική πλευρά του πράγματος, αυτή δηλαδή που άπτεται της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Άτομα πενόμενα, δοσμένα στον αγώνα της επιβίωσης, άνεργα, σπρωγμένα στο περιθώριο της ζωής, δίχως σοβαρά αξιακά ερείσματα, άτομα που δεν τους παρέχεται η ευκαιρία να ανελιχθούν οικονομικά και κοινωνικά, άτομα που έχουν πειστεί ότι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή είναι η απόκτηση πλούτου ή το εφήμερο κυνήγι της σεξουαλικής ηδονής και της δημοσιότητας, άτομα εξαρτημένα από την τηλεόραση, το Βίντεο, το διαδίκτυο, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια τύπου play station ή από τους τεχνητούς παραδείσους των ναρκωτικών, όλοι αυτοί είναι πολύ εύκολα θύματα κάθε προπαγανδιστή που θα τους υποσχεθεί αυτό που θεωρούν ότι τους λείπει. Αρκεί να βρεθεί ο «ηγέτης», ο λαοπλάνος εκείνος που με την τεχνική της προπαγάνδας και του μεγάλου ψεύδους (μη ξεχνάμε πως ο Χίτλερ παρότρυνε τους προπαγανδιστές του να λένε όσο γίνεται πιο μεγάλα ψέματα, γιατί όσο πιο τερατώδες είναι το ψέμα, τόσο πιο εύκολα θα αποτυπωθεί στη συνείδηση των ατόμων) θα παρασύρει το κοινωνικό σώμα προς τους δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς.

Το ζήτημα όμως έχει προφανώς και μια πολιτική διάσταση, καθώς σχετίζεται με τον πολιτικό ανταγωνισμό για την κατάληψη της εξουσίας. Οι πολιτικοί γνωρίζουν πολύ καλά πως οι όχλοι, όχι οι προσωπικότητες, είναι πολύ ευεπίφοροι στην πολιτική προπαγάνδα. Διότι ο όχλος ως τέτοιος είναι ανίκανος να χαράξει μόνος του αυτοτελή πορεία δράσης. Χρειάζεται τον ηγέτη, τον καθοδηγητή. «Ο δημαγωγός πολιτικός με τις απλές διαβεβαιώσεις του, απογυμνωμένες από κάθε συλλογισμό, αφήνει εύπεπτη τροφή να εισχωρήσει στο πνεύμα των όχλων. Χρησιμοποιώντας την επανάληψη ώστε και το πιο απίθανο να γίνει πιστευτό, και να καθιερωθεί στην ανθρωπόμαζα σαν αποδειγμένη αλήθεια. Με τον μηχανισμό της μετάδοσης, επιτυγχάνει ώστε «…οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις, οι πίστεις να κατέχουν μια μεταδοτική δύναμη έντονη όπως τα μικρόβια πάνω στους όχλους» (Η ψυχολογία των μαζών και οι τρόποι χειραγώγησής τους, ό.π.). Δεν θα διστάσει μάλιστα να χρησιμοποιήσει και λέξεις με υψηλή συναισθηματική επένδυση και αξία (έθνος, λαός, ιστορία, θρησκεία, δημοκρατία, ελευθερία κλπ), για τους σκοπούς του.

Από την παραπάνω ανάλυση γίνεται νομίζω σαφές πόσο αδύνατος είναι ο πολίτης που δεν έχει ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα αλλά και πόσο αναγκαίο είναι να μην αφήνεται να παρασυρθεί από τις υποσχέσεις και τα μεγάλα λόγια των δημαγωγών. Να προσέχει, διότι όσο πιο μεγάλες είναι οι υποσχέσεις, τόσο μεγαλύτερο είναι και το ψεύδος που κρύβουν. Η σοφία του λαού μας λέγει πως «όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι» (σήμερα βέβαια οι περισσότεροι αυτή τη σοφία την αγνοούν ή την περιφρονούν). Οι «σωτήρες» καραδοκούν κάθε στιγμή, για να πουλήσουν την πραμάτεια τους: να πουλήσουν όνειρα, παραδείσους ευτυχίας και ευμάρειας και να υποσχεθούν λύσεις μαγικές χωρίς τον μόχθο της εργασίας, χωρίς τον προγραμματισμό και τη δύναμη του νου, αλλά από ουρανοκατέβατες δυνάμεις, οι οποίες σαν «από μηχανής θεός»θα σώσουν την Ελλάδα, δίχως οι Έλληνες να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους. Αυτό, για όσους το πιστεύουν, αν δεν είναι «αβάσταχτη ελαφρότητα», είναι τουλάχιστον κατάντημα. Όσοι λαοί προόδευσαν, το πέτυχαν μόνο όταν πίστεψαν στις δυνάμεις τους και στην ιδιοπροσωπία τους, όταν οργανώθηκαν, ερεύνησαν, έθεσαν στόχους, συνεργάστηκαν και εργάστηκαν σκληρά και μεθοδικά για την επιτυχία τους, υπό την ηγεσία ανθρώπων με πίστη στη δημοκρατία, με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του λαού, με αγάπη προς την πατρίδα, με όραμα αλλά και με ρεαλισμό. Ως προς αυτό, αδιάψευστος μάρτυρας είναι η ίδια η ιστορία. Όλα τα υπόλοιπα είναι ασύστολα ψεύδη, λόγια για τις αδιαφοροποίητες, απογοητευμένες και φοβισμένες μάζες, λόγια που διαλύουν κάθε έννοια λογικής, βυθίζουν την κοινωνία στον παραλογισμό και δεσμεύουν την ελευθερίας της βούλησης. Τότε και η δημοκρατία μπαίνει σε περιπέτειες…

* Ο Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης είναι εκπαιδευτικός