Οσάκις στην εικόνα σου στρέψω τα βλέμματά μου,
ως χείμαρρος ακράτητος τρέχουν τα δάκρυά μου.
Δύνανται, ίσως, την ορμήν χειμμάρου να κρατήσουν,
αλλ’ όχι και τα δάκρυα οπόταν πλημμυρίσουν.
Κι άνεση παίρνει η καρδιά, το μάτι σαν δακρύσει,
μα δεν μπορεί το δάκρυον την φλόγα της να σβήσει.
Κ’ είναι πικρά τα δάκρυα, αφήνουν φαρμακάδα,
αυτά μου πήραν της καρδιάς όλη τη δροσεράδα.
Αχ! Αδελφέ μου, μειδιάς, πάντοτε εμειδιάς,
δεν λείπει το μειδίαμα από αγνάς καρδιάς.
Πως ενθυμούμαι, αδελφέ, τα τρυφερά σου λόγια,
της μαυρισμένης μου καρδιάς τα έχω μοιρολόγια!
Τ’αηδόνι το χαρούμενο εγώ δεν είμαι πλέον,
ξεράθηκαν τα μάτια μου μέρα και νύχτα κλαίων.
Είναι κουφός και αναίσθητος ο Χάρος και δεν βλέπει,
καθώς την τύχη και αυτός δεν κάνει ότι πρέπει.
Όλα τα άνθη τα καλά αρπάζει νύκτα μέρα
και μόνο νεκρολούλουδα αφήνει εδώ πέρα.
Πες μου τι κάνεις τους νεκρούς, ειπές μου που τους βάζεις,
ακόμα δεν εχόρτασες, ως πότε θα συνάζεις!
Ο χρόνος και συ γίνατε αχώριστοι δυό φίλοι,
ω! μη σε μέλλει τους νεκρούς, όλους θα σου τους στείλει.
Εκείνος τρέχει με ορμήν κι όλα της γης τα φθείρει,
πρόσεξε, Χάρε, μη ποτέ και σένα παρασύρει.
Ο άνθρωπος καλύτερα στον κόσμον ν΄αποθαίνει,
πικρίας μόνον και καημούς εν όσω ζει κερδαίνει.
Ax! κ’ είναι όλη η ζωή μιά τιποτένια πλάνη,
αλλ’ είναι και σκληρότατον κανείς για ν’ αποθάνει.
Οπόταν το κατώφλιο του κόσμου θα πατήσει,
χωρίς πικρίας και χαράς της γης να χαιρετήσει.
Υπάρχουν στιγμαί γλυκαί κρυμμένες μεσ’ τα πάθια,
οπως ανθούν τριαντάφυλλα μεσ’ τα πολλά τ’ αγκάθια
και συ πως όλα τ’ άφηκες να κατεβείς στον άδη;
Κ’ είναι σκληρόν πολύ σκληρόν καένας για να χάσει
ψυχήν, όπου δεν δύναται ποτέ να την ξεχάσει.
Θα με είπεις πως έπεσες για την ελευθερίαν,
όμως αυτό παρηγοριά δεν φέρνει στην καρδίαν.
Ίσως αυτού είν΄η ζωή καλύτερη της γης μας,
όμως μ’ αυτό δεν γιαίνουνε οι πόνοι της πληγής μας.
Αχ! Και να ΄το δυνατόν ν’ ακούσεις αυτού πέρα
την δύστυχη μητέρα μας, που κλαίει κάθε μέρα.
Ω! Ναι, προχθέ εφώναζε τον ήλιον για να σβήσει,
αφού δεν δύναται, αδελφέ, εσένα να αναστήσει.
Σε εθαρρούσε ζωντανόν έως προχθές ακόμα,
δεν ήξευρέν η άμοιρη πως τ΄άταφο σου σώμα
το’ φαγαν ψάρια του γιαλού ή όρνεις σαρκοφάγοι.
κ’ εσκόρπισαν τα κόκαλα μεσ’ τα βαθιά πελάγη.
Και είναι όλα μάταια κανείς σαν αποθάνει,
όμως ολίγην άνεσιν ο άνθρωπος λαμβάνει,
όταν γνωρίζει σε ποιά γη ευρίσκεται θαμμένον
σώμα που ήταν ζωντανόν περίσσα αγαπημένον.
Ας είχα ένα κόκαλο του σώματός σου μόνο
και ας εξοφλούσα της ζωής τον ήμισυ μου χρόνο.
Απέθανες χωρίς ταφή, και η πατρίς μας μένει
στον αιμοβόρο τύραννο, στο αίμα κυλισμένη.
Πως είναι Θέ μου, δυνατόν να ζήσω, αδελφός σου,
κ’ εμπρός μου πάντα να θωρώ τον άσπονδον εχθρό σου;
Χίλιες φορές καλύτερα, χαράς τον που πεθαίνει,
παρά να βλέπεις ζωντανός την Κρήτη σκλαβωμένη.
Εσείς, εσείς στους ουρανούς με τους αγγέλους ζείτε
κ’ εμάς εδώ τους ζωντανούς να κλαίτε, να θρηνείτε.
Δεν είναι της κολάσεως ομοία η ζωή μας
εις τον ζυγόν να μένομεν και πάλιν της δουλείας,
τα τέκνα της ελευθεριάς! Τα τέκνα της ανδρείας!
Κ’ είναι σκληρός ο θάνατος, κ’ είναι πικρός ο Χάρος,
Μήπως του σκλάβου η ζωή δεν είναι τάχα βάρος;
Αχ! Πόσο, πόσο ήθελα κ’ εγώ για ν’ αποθάνω,
τι να την κάμω την ζωήν δεν το καταλαμβάνω.
Είναι του σκλάβου η ζωή βαρύ φορτίο κι αγώγι,
το κάθε του τραγούδημα γίνεται μοιρολόγι.
Απ’ τ’ Αρκαδιού την άμοιρη και μαυρισμένη μέρα
στιγμής χαρά δεν ένοιωσα στον κόσμον εδώ πέρα.
Πόσες φορές, αγαπητό αδέλφι μ’ Αλκιβιάδη,
τη λεβεντιά σου δεν θωρώ στης νύκτας το σκοτάδι
και σ’ αγκαλιάζω στη στιγμή σφιγκτά να μη μου φύγεις,
όμως εσύ σαν άγγελος χρυσά πτερά ανοίγεις.
Φεύγεις και τρέχεις και πετάς και μου αφήνεις μόνο
μιαν γλυκιάν ανάμνηση με πόνο.
Ως και ο ύπνος εις την γην κατήντησεν εχθρός μου
και δεν μ’ αφήνει να χαρώ, όταν θωρώ εμπρός μου
εκείνους που’ δωσα καρδιά μ΄αγάπη στον καιρόν μου
και βλέπω τες εικόνες των αγγέλους στ’ όνειρόν μου.
Τι τάχα κατάλαβα που έζησα ως τώρα,
ότι μου δίνει μια στιγμή, το παίρνει άλλη ώρα.
Τρέχει ο χρόνος και περνά, κ’ εμείς στο βάδισμά του
ακολουθούμεν σαν τυφλοί στον δρόμον του θανάτου.
Στα σκοτεινά βαδίζομεν όλοι στον όλεθρον μας
κ’ ευρίσκομεν καλύτερον πάντα το παρελθόν μας.
Ο χρόνος είναι τοκιστής και την ζωήν τοκίζει,
πλην μας την δίδει ακριβή, αισχρότατα δανείζει.
Κ’ οι τόκοι που πληρώνομεν είναι οι στεναγμοί μας,
οι πόνοι και τα βάσανα ως το να βγει η ψυχή μας.
Θα αποθάνω άφιλος κ αδάκρυτος στα ξένα,
δεν θα βρεθεί καμμιά ψυχή να κλάψει για τ’ εμένα.
Κ’ εκείνων όπου έγραψα τόσα γλυκά τραγούδια,
δεν θα μου ρίξουν άραγε στον τάφον δυό λουλούδια;
Αχ! Τώρα μ’ ελησμόνησαν, τώρα που ζω ακόμα,
και ποιός θα με ενθυμηθεί, όταν θα γίνω χώμα;
Όπως το ρόδον η ζωή τ’ ανθρώπου ομοιάζει,
όταν μυρίζει και ανθεί, ο κόσμος το θαυμάζει.
Αλλ’ όταν, όμως, μαρανεί και σβήσει και μαδήσει,
του ίδιου που το μύριζε πόδι θα το πατήσει.
Ιωάννης Κωνσταντινίδης
Έγγραφον εν Τήνω,
3 Μαρτίου 1869

