Του Γιάννη Ζωράκη

Καταστροφική για τους πρατηριούχους, αλλά και για τους καταναλωτές αποδεικνύεται η νέα αύξηση στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα.

Ήδη, από την πρώτη ημέρα εφαρμογής των νέων φόρων φάνηκε μια πολύ σημαντική πτώση της ζήτησης, με τους πρατηριούχους να κάνουν λόγο για νέες «μαύρες ημέρες» του κλάδου, αντίστοιχες με αυτές της περιόδου του δεύτερου μνημονίου.

Η τιμή στην απλή αμόλυβδη βενζίνη ξεπερνά τα 1,60 ευρώ ανά λίτρο, όταν μόλις πριν από δύο μήνες βρισκόταν στο 1,45. Το πετρέλαιο κίνησης αυξάνεται επίσης ως προς την τιμή λόγω φόρων, ενώ ακόμα και το θέρμανσης βρίσκεται πολύ πάνω σε σχέση με τον Οκτώβριο, όχι λόγω φόρων, αλλά λόγω της αύξησης στις διεθνείς τιμές των καυσίμων.

«Έχει αποδειχθεί μέσα στην εποχή των Μνημονίων ότι κάθε αύξηση με φόρους φέρνει σημαντικές μειώσεις στην κατανάλωση» αναφέρει ο πρόεδρος του Συλλόγου Πωλητών Πετρελαιοειδών νομού Ηρακλείου Λυκούργος Σαμόλης και προσθέτει:

«Από τον Δεκέμβριο ακόμα που ήρθαν οι πρώτες αυξήσεις λόγω διεθνών τιμών, είδαμε μια μεγάλη πτώση στη ζήτηση. Τώρα με τις νέες τιμές και τις αυξήσεις, βλέπουμε ότι ξαναγυρνάμε σε παλιές κακές εποχές. Το κάθε πέρυσι και καλύτερα επιβεβαιώνεται πλέον με τον χειρότερο τρόπο».

Υπενθυμίζεται ότι ως αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πολεμήσει όσο κανένα άλλο κόμμα την αύξηση στα καύσιμα λόγω φόρων και είχε φέρει το θέμα πολλές φορές στη βουλή με ερωτήσεις, επίκαιρες ερωτήσεις και επερωτήσεις, από πολλούς βουλευτές, αλλά και από τον ίδιο τον τότε πρόεδρο του κόμματος Αλέξη Τσίπρα. Ειδικότερα για το ζήτημα της αύξησης στο φόρο του πετρελαίου θέρμανσης, ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά είχε κατηγορήσει την κυβέρνηση για αναλγησία, είχε επιρρίψει σημαντικές ευθύνες στον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά για το θέμα της αιθαλομίχλης, ενώ είχε ζητήσει πολλές φορές επίδομα θέρμανσης και πολιτικές για την αντιμετώπιση της φτώχιας που να αφορούν κάθε πολίτη.

Δύο χρόνια μετά, από τη θέση του πρωθυπουργού υπεραμύνεται των πολιτικών που καυτηρίαζε μετ’ επιτάσεως και αποδίδει τις τότε επιθέσεις του εναντίον της Νέας Δημοκρατίας σε αυταπάτες.

Αναλυτικά στοιχεία

Από 1,528 έως και 1,708 σε κάποιες περιοχές του νομού Ηρακλείου πωλείται η απλή αμόλυβδη βενζίνη, σύμφωνα με τα χθεσινά επίσημα στοιχεία που δημοσιεύει το Υπουργείο Ανάπτυξης. Η μέση τιμή στην πώληση της αμόλυβδης βενζίνης σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία διαμορφώνεται στα 1,618 ευρώ ανά λίτρο, όταν πριν από ένα μήνα η μέση τιμή βρισκόταν στα 1,505 ευρώ ανά λίτρο.

Αντίστοιχα από 1,198 – 1,418 ευρώ ανά λίτρο πωλούνταν χθες, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το πετρέλαιο κίνησης. Η μέση τιμή πώλησης του πετρελαίου κίνησης διαμορφώνεται στα 1,308 ευρώ ανά λίτρο, όταν στις 2 Δεκεμβρίου η ίδια τιμή βρισκόταν στο 1,178 ευρώ ανά λίτρο.

Σημαντικά αυξημένη ωστόσο είναι και η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, το οποίο κυμαίνεται από 0,980 – 1,154 ευρώ ανά λίτρο. Η μέση τιμή του διαμορφώνεται στο 1,067 ευρώ ανά λίτρο, όταν πριν από ένα μήνα βρισκόταν στα 0,918 λεπτά ανά λίτρο.

«Χονδρικά η μέση τιμή στην αμόλυβδη βρίσκεται στο 1.60, στο πετρέλαιο κίνησης στο 1.30 και στο θέρμανσης στο 1 ευρώ» επιβεβαιώνει ο πρόεδρος του Συλλόγου Πωλητών Πετρελαιοειδών νομού Ηρακλείου Λυκούργος Σαμόλης.

«Οι αυξήσεις είναι σημαντικές, αλλά και επιζήμιες, όμως τα πρατήρια δεν μπορούσαν παρά να εναρμονιστούν στους φόρους που επιβάλλει το κράτος» προσθέτει ο κ. Σαμόλης για να διευκρινίσει πως μαζί με τους νέους φόρους της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήρθαν και οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.

Δραματική πτώση

Για πολύ σημαντική πτώση στη ζήτηση καυσίμων κάνει λόγο ο πρόεδρος του Συλλόγου Πωλητών Πετρελαιοειδών, υποστηρίζοντας πως για μία ακόμα φορά ο κλάδος θα ζήσει τις δραματικές εποχές των πρώτων φόρων που μπήκαν στα καύσιμα.

«Εμείς δουλέψαμε δέκα ημέρες μέσα στον Δεκέμβριο και αυτό ήταν όλο» αναφέρει ο κ. Σαμόλης που προσθέτει ότι από τις 15 Οκτωβρίου μέχρι και το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου η ζήτηση στο πετρέλαιο κίνησης ήταν μηδενική. Σε πολύ χαμηλά επίπεδα όμως κινήθηκε η ζήτηση το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, ενώ μηδενική ήταν η ζήτηση σε πετρέλαιο θέρμανσης για τη νέα χρονιά.



ΙΟΒΕ: “Χάνει το κράτος από την αύξηση του φόρου”

Την “χασούρα” του δημοσίου από την αύξηση των φόρων στα καύσιμα καταγράφει μελέτη του ΙΟΒΕ. Σύμφωνα με αυτή, από την αύξηση του ΕΦΚ η ελληνική οικονομία χάνει 530 εκατ. ευρώ, η απασχόληση μειώνεται κατά 10.700 θέσεις εργασίας και τα έσοδα από φόρους και εισφορές μειώνονται κατά 178 εκατ. ευρώ. Στους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι η αύξηση του λαθρεμπορίου κατά 4% στο ντίζελ και 1% στις βενζίνες λόγω αύξησης των ΕΦΚ. Επίσης, έρευνα του ΙΟΒΕ έχει δείξει πως αύξηση της μέσης τιμής του πετρελαίου κίνησης κατά 10% οδηγεί σε πτώση της ζητούμενης ποσότητας κατά 2,6%, όταν η μείωση του ΑΕΠ κατά 10% οδηγεί σε πτώση της ζήτησης κατά 7,7%. Πιθανή αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 35% από το 1 ευρώ στο 1,35 ευρώ θα οδηγούσε σε μείωση της κατανάλωσης καυσίμου κατά 8% περίπου. Έτσι, αντί να κερδίσει πρόσθετα έσοδα το Δημόσιο, χάνει. Το απίστευτο είναι ο Έλληνας καταναλωτής δίνει το 70% της τιμής του καυσίμου σε φόρους, όταν στην Ευρώπη αυτό το ποσοστό είναι κάτω του 60%, σύμφωνα με τη Eurostat. Από τις αρχές Νοεμβρίου οι τιμές των καυσίμων σημειώνουν αύξηση, λόγω της ανοδικής πορείας των διεθνών τιμών, με αποτέλεσμα η αύξηση του ΕΦΚ και η διόρθωση του ΦΠΑ από το 17% στο 24% να επιβαρύνει κατά πολύ την τελική τιμή.