
Χειμώνας στο χωριό. Όλοι σε κοιτάζουν με άγριο μάτι: Ο κακός καιρός, το στοιχειώδες φαγητό, οι καθηγητές, οι εξετάσεις, το κρύο, που έχει ανακαλύψει όλες τις χαραμάδες στα πορτοπαράθυρα, η ημιθερινή ενδυμασία, οι χειμωνιάτικες δουλειές και τόσα άλλα. Μπροστά σ’ αυτήν την απελπισία ξημερώνει ο Θεός μια μέρα και έχει αλλάξει το χωριό: Όλα τα χαλάσματα, οι πέτρες, τα δέντρα, τα σπίτια, τα χωράφια είχαν ντυθεί στα γιορτινά τους. Μισό μέτρο χιόνι, τίποτα δεν άκουγες, βουβό το χωριό, μόνο κανένα σπουργίτι να χτυπά το τζάμι και από τις καπνοδόχους καταλάβαινες ότι υπάρχει ζωή. Βάγγελίστρα μου, χαράς ευαγγέλια! Ούτε σχολειό, ούτε δασκάλους, ούτε δουλειά, μόνο χιονοπόλεμο, χιονανθρώπους, παγίδες για τα πουλιά και ύπνος. Τουλάχιστο μια βδομάδα διακοπές.
Έλα που το απογεματάκι βλέπω τους γονείς μου να ψιλοκουβεντιάζουν και να με κοιτάζουν υπό γωνία. Να τα τα κακά χαμπάρια: Έλα να συνεννοηθούμε. Επειδή ο παππούς δεν πάει καλά και πιθανόν να πεθάνει απόψε, θα πάμε να μείνομε εκεί. Να φάτε το βράδυ με τη μικρή, να τη βάλεις να κοιμηθεί και εσύ με τον ξάδελφό σου, που έχομε φωνάξει, θα παρακολουθείτε την αίγα στο σταύλο κάθε μισή ώρα, γιατί μάλλον θα γεννήσει απόψε. Μην τυχόν σε πάρει ο ύπνος και γεννήσει η αίγα και ψοφίσουν τα ρίφια; Καληνύχτα. Βέβαια, μια κιμωλία, που έγραφε τα ιστορικά όλων των ζωντανών σ΄έναν τοίχο του σταύλου έλεγε ότι η αίγα εγκαστρώθηκε τις τόσες του τάδε μηνός και σύμφωνα με τους υπολογισμούς (5 μήνες), τους υπέρηχους και τις τελευταίες εξετάσεις, θα γεννούσε εκείνη τη βραδιά. Έρχεται ο ξάδελφος, τρώμε με τη μικρή και πάνε για ύπνο. Αφού έβαλα πολλά ξύλα στο τζάκι, με πολλή δυσκολία πέρασα τις δυο χιονισμένες αυλές και τη σκάλα (μέχρι τη μέση μου έφτανε το χιόνι), άνοιξα το σταύλο, άναψα το λυχνάρι, καθάρισα το μαιευτήριο, βρήκα ένα μακρύ τσουβάλι, του έκανα τρεις τρύπες, για το κεφάλι και τα χέρια μου και γέμισα ένα λαγήνι κρασί (ιατρικός εξοπλισμός) και άρχισε το ανέβα κατέβα κάθε μισή ώρα.
Περασμένα μεσάνυχτα, εκεί που προσπαθούσα να κρατήσω το κεφάλι μου από την υπνηλία να μην πέσει στη φωτιά, να μην κρυώνω από πίσω και να μην με παρενοχλεί το ροχαλητό του ξαδέλφου, σαν να άκουσα μια δυνατή κραυγή της αίγας. Τρέχω, κατεβαίνω, ανάβω το λύχνο και βλέπω ξαπλωμένη την αίγα να ουρλιάζει. Δεν πανικοβλήθηκα, έπιασα ένα κοντάρι και χτυπούσα την οροφή να ακούσει ο ξάδελφος, τίποτα. Φόρεσα το τσουβάλι, σήκωσα τα μανίκια (που λένε και οι πολιτικοί μας), έφερα το κρασί και άρχισαν να φαίνονται τα πόδια του μικρού. Τα ‘πιασα, τα τραβούσα συγχρονισμένα με την αίγα και έτσι βγήκε το πρώτο. Με τη μάνα του προσπαθούσαμε να το καθαρίσομε και συγχρόνως του πέταξα μια ρουφιά κρασί στα μούτρα για να αναπνεύσει. Ξαναξαπλώνει η αίγα δεύτερη φορά, ναδεύτερο, να τρίτο, ίδιες διαδικασίες. Τότε τα ‘χασα. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ την κατάσταση. Η μεν μάνα προσπαθούσε να τα στεγνώσει και γύριζε γύρω-γύρω ενώ εγώ προσπαθούσα να τα θηλάσει. Τότε έτρεξα, φώναξα ένα γείτονα και τακτοποιήσαμε και τα μικρά και τη λεχώνα. Εξουθενωμένος ψυχικά και σωματικά πήγα για ύπνο. Το πρωί έκλαιγα για τον παππού και καμάρωνα για το ιατρικό επίτευγμα, γιατί το Πάσχα θα είχα και πάνινα παπούτσια και πουκάμισο. Πού ‘σαι Βασιλειάδου να γίνομε δυο!!!
Ουφ ... η εμπειρία είναι σκληρός δάσκαλος.
* Ο Μανόλης Σπανάκης είναι συν/χος καθηγητής

