
Του Γιάννη Γιγουρτσή*
Το μήνυμα, αποσταλέν αρμοδίως, ελήφθη, ήταν σαφέστατο και έγινε απολύτως κατανοητό. Το ρεζουμέ: φέτος η Καλή Βραδιά, όπως λέμε εδώ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς θα μας βρει στην θαλπωρή του σπιτιού μας με φίλους καλούς, να παίζουμε 31 και κουμκαν μέχρι να γυρίσει ο χρόνος, τρώγοντας ξηρούς καρπούς, αποξηραμένα φρούτα και χειροποίητα λουκούμια, και πίνοντας ωραία σπιτική ρακή, την γνήσια την δικιά μας τη ρακή, από την Κρήτη. Την ντόπια δεν την προτιμάμε, όταν έχουμε επιλογή.
Μετά το γύρισμα του χρόνου θα έρθει και μεζές με το απάκι και το λουκάνικο για το καλό. Λουκάνικο χοιρινό. Γνήσιο και αυτό. Και αν δε φτάνει το κρητικό του Μανώλη από τον Γαλατά (τον Γαλατά στο Μονοφάτσι, όχι τον «δικό μας» εδώ στην Πόλη- μα και οι δύο Γαλατάδες «δικοί μας» δεν είναι τελικά;), αν δεν σου φτάσει λοιπόν το λουκάνικο που σου φέρανε ο μουσαφίρηδες από την γενέθλια πόλη, θα πεταχτείς μέχρι το Ντολάπ Ντερέ, εκεί στον γνωστό τόπο, τον φανερό και μυστικό συνάμα, και θα αγοράσεις από τον κυρ Λάζαρο, που κάνει τα καλύτερα χοιρινά λουκάνικα σε όλη την Πόλη. Το σωστό θα ήταν να πεις: που είναι ο μόνος που κάνει χοιρινά λουκάνικα και αλλαντικά στη Πόλη. Μόνος και χωρίς ανταγωνισμό, πώς και κρατάει αυτή την υψηλή ποιότητα, αναρωτιέσαι. Τον ρωτάς με τρόπο. «Τέσσερις γενιές αλλαντοποιοί είμαστε. Ο γιός μου είναι η πέμπτη, και ο εγγονός μου, ο Λάζαρος, ο μαθητής σου, δάσκαλε, θα είναι η έκτη. Εμείς εδώ έτσι το έχουμε. Την τέχνη την έμαθα από του παππού και τον πατέρα μου, την ίδια έμαθα στον γιό και εκείνος αύριο μεθαύριο στον δικό του γιο» «Δηλαδή ο Λάζαρος θα αναλάβει την δουλειά κάποια στιγμή;» « Φυσικά.. Αλλιώς πώς θα γίνει; olamaz (δεν γίνεται)» σου απαντά με πεποίθηση ο Καππαδόκης μάστορας. Το χαιρετάς με σεβασμό και φεύγεις γιατί βιάζεσαι να πας στο Πέρα..
Θέλεις να περάσεις και από το Μπαλούκ παζαρί να πάρεις λίγο παστουρμά Καισάρειας και μια φρέσκα λακέρδα για το καλό. Ξέρεις πως ο Χουσεϊν μπέης την φτιάχνει από γνήσιο τορίκι, όχι από σκουμπρί όπως κάνουν κάποιοι άλλοι γιαλαντζήδες. Ρωμιός ήταν και αυτουνού το αφεντικό, ο κύριος Ιορδάνης. Κοντά του τα έμαθε όλα. Μικρός ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί. 12 χρονών έγινε τσιράκι.. Σύντομα έμαθε την τέχνη της λακέρδας, έμαθε και να ξεχωρίζει το καλό αυγοτάραχο από το μπαγιάτικο παρά το κερί που το καλύπτει, το χαβιάρι από το μπρίκ, τα λογής λογής τυριά μα και από πιο μέρος του ζώου ήταν ο κάθε παστουρμάς που έκοβε ο κ. Ιορδάνης στο χέρι πάνω στον πάγκο του.
15 χρόνια έκατσε κοντά στον Ιορδάνη και τα ρούφηξε όλα. Κάλφας πια λογαριαζόταν. Σαν παιδί του τον είχε άλλωστε ο κ. Ιορδάνης τον Χουσείν. Μπαμπά τον έλεγε ο Χουσειν τον κύριο Ιορδάνη, όχι μόνο από σεβασμό μα και από πραγματική αγάπη. Άλλωστε ο δικός του μπαμπάς πέθανε και η μάνα του τον έστειλε στην Πόλη από τη Σινώπη για να μάθει μια τέχνη και να βοηθήσει το σπίτι του. Ένας κοινός φίλος τον πήγε στον Ιορδάνη που τον σπλαχνίστηκε αμέσως. Του έδωσε και δουλειά και κατάλυμα, στο μαγαζί αρχικά, μετά τον πήρε στο σπίτι του. Ο δικός του ο γιός ο Συμεών- Νάκη τον φώναζαν στην Πόλη- δεν μπήκε στην δουλειά. Πήγε να σπουδάσει στην Ελλάδα, αρχιτεκτονική λέει, και δεν γύριζε «Έλα έλεγε στον πατέρα του και εσύ, τι κάνεις πια εκεί» «Και πώς θα σε σπουδάσω βρε ναμκιόρι, του έλεγε ο πατέρας του, αν κλείσω το μαγαζί;» «Πούλα τα και έλα. Θα κάνεις δουλεία εδώ» του απαντούσε ο Νάκης που τώρα είχε γίνει πάλι Συμεών, είχε τελειώσει το πολυτεχνείο και είχε ανοίξει δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο -επί της Βασιλίσσης Σοφίας, παρακαλώ, ας είναι καλά οι παστουρμάδες και τα αυγοτάραχα του μπαμπά.
Μετά παντρεύτηκε και η κόρη του κυρίου Ιορδάνη η Βασιλεία- το όνομα της μάνας του- με έναν Ελλαδίτη, συνέταιρο του αδελφού της Από την Μακρακώμη της Λαμίας ο γαμπρός, ο Λάμπρος. Ούτε από παστουρμάδες ήξερε τίποτα ούτε από λακέρδες. Τσομπάνης ήταν ο μπαμπάς μου, μα εκείνος κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει και να γλυτώσει από το τυρόλαγο και το άρμεγμα των προβατίνων. Βοσκός αυτός δεν θα γινόταν, μα το τυρόγαλο βοήθησε να σπουδάσει και στην συνέχεια οι επιδοτήσεις που έπαιρνε ο πατέρας για τα πρόβατα τον βοήθησαν να ανοίξει ο Λάμπρος το γραφείο μαζί με τον συμφοιτητή του από την Πόλη που ψαχνόταν και αυτός για δουλεία στην Αθήνα
Είδε και απόειδε ο κ. Ιορδάνης πως χαΐρι δεν έχει πια στην Πόλη και αποφάσισε να πουλήσει το μαγαζί. Παιδιά και εγγόνια στην Ελλάδα και οι δουλείες πεσμένες. Οι νεοφερμένοι ανατολίτες του Ταρλάμπασι και του Πέρα δεν ξέρανε από λακέρδες και χαβιάρια και αν θέλανε και κανένα τυρί ή λίγες ελιές θα προτιμούσαν το απέναντι μαγαζί που το χε και Τούρκος. «Πάρ' το εσύ Χουσείν» είπε στον κάλφα του. «Μπαμπά δεν έχω τόσα λεφτά. Πώς θα το πάρω.» «Δώσε ότι έχεις και τα άλλα σιγά σιγά. Με γραμμάτια». «Το πλήρωσα καλά, του τα έδωσα όλα μέχρι τελευταία δεκάρα τα επόμενα χρόνια, δούλεψα σκληρά» σου λέει σχεδόν απολογητικά, μα και οι δυο σας ξέρετε πως το μαγαζί το πήρε στη ουσία κοψοχρονιά. «Helal olsun oğlum. Χαλάλι σου , γιέ μου» του είπε o κύριος Ιορδάνης την μέρα που έμπαινε στο λεωφορείο στο Τεπέμπασι για να φύγει για την Ελλάδα. O Χουσεΐν έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Ο Ιορδάνης τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έσφιξε δυνατά. Σφίχτηκε και το μέσα του, μα δάκρυ δεν κύλησε εκείνη την ώρα. Δεν ήθελε να τον θυμάται δακρυσμένο ο Χουσεϊν. «Allahaısmarladık. Καλή αντάμωση», είπαν.Ήξεραν όμως μέσα τους πως δεν θα συναντιόντουσαν ξανά.
Η κουβέντα με τον Χουσεϊν διεγείρει αισθήσεις και συναισθήματα, μα η ώρα είναι πια περασμένη και η κίνηση πολλή. Δεν είναι σοφό να μένεις τέτοια μέρα αργά στο Πέρα. Με τις παρούσες συνθήκες και τα μηνύματα που λέγαμε, ακόμα λιγότερο σοφό. Θα πάρεις τον παστουρμά και την λακέρδα στο χέρι, θα σου χώσει και ένα σουτζούκι ο Χουσείν στην σακούλα- δώρα για το νέο χρόνο- μπορεί και αντίδωρο για την εξομολογητική συζήτηση- θα μπεις σε ένα ταξί και σπεύσεις να επιστρέψεις προς το Κουρτουλούς.
Θα βρεθούμε το νωρίτερο κατά τις 9 καθώς η νύχτα αναμένεται μακριά. Την πρώτη πατρίδα θα την αναζητήσουμε και θα τη θελήσουμε πιο κοντά μας, εκείνο το βράδυ, μα θα χαρούμε και τη δεύτερη το ίδιο. Οι γεύσεις και οι μυρωδιές αποπνέουν πάντα μια αίσθηση οικειότητας που τις χρειαζόμαστε αυτές τις ημέρες. Θα τις ενώσουμε και θα τις χαρούμε μαία.
Θα δούμε και τον Παπαδόπουλο από την τηλεόραση, όλοι οι Ρωμιοί τον βλέπουν έτσι και αλλιώς στα σπίτια τους,- αρκεί να μην έχει καμιά Πάολα πάλι για καλεσμένη. δεν θα το αντέξω- , άντε θα δούμε και λίγο από το πρόγραμμα του δήμου Αθηναίων, και θα κάνουμε βεβαίως δύο φορές της αλλαγή του χρόνου. Μια με βάση τα ρολόγια μας και την αλλόκοτη επίσημη ώρα που ισχύει στην χώρα, και μία με βάση τον πραγματικό χρόνο, βλέποντας την μετάδοση της εθνικής μας τηλεόρασης στο διεθνές της κανάλι. Έτσι θα είμαστε βέβαιοι πως το 2016 έφυγε στ’ αλήθεια και δεν θα γυρίσει πίσω ο χρόνος ξανά.
Η βασιλοπίτα πάντως θα είναι ασφαλώς πολίτικη. Ένα μεγάλο σπιτικό τσουρέκι, σε σχήμα ολοστρόγγυλου μεγάλου άρτου, ζυμωμένο με μαστίχα και μαχλέμπι, σε ένα από τα πολυάριθμα ζαχαροπλαστεία πέριξ της πρώην λεωφόρου Ταταούλων που γεμίζουν με βασιλόπιτες αυτές τις ημέρες τις βιτρίνες τους. Ο ιδιοκτήτης του θα είναι σίγουρα «εντόπιος» (δηλαδή εντόπιος από καμιά Σαφράμπολη ή την Τραπεζούντα, γιατί πραγματικός εντόπιος ζαχαροπλάστης, δικός μας δηλαδή, δεν έμεινε) αλλά τη συνταγή ο σημερινός , κατά δήλωση,ουστάς θα την αγόρασε μαζί με το μαγαζί από τον παλιό Ρωμιό φούρναρη και την φυλάει πολύτιμη κληρονομιά για τα παιδιά του. Είναι και αυτό μία συνέχεια, όσο να πεις
«Πασχαλινό τσουρέκι θέλετε;» θα μου πει όταν πάω για να του την παραγγείλω. « Όχι πασχαλινό τσουρέκι. Πρωτοχρονιάτικο τσουρέκι. Βασιλόπιτα» θα απαντήσω για πολλοστή φορά και με το γνωστό δασκαλίστικο ύφος. «Μα είναι ή ίδια συνταγή» θα μου πει. «Μόνο το σχήμα αλλάζει». «Όχι, δεν αλλάζει μόνο το σχήμα. Αλλάζει η γιορτή, αλλάζει η ψυχή μας, όλη. Δεν καταλαβαίνεις επιτέλους μετά από τόσα χρόνια;» θέλεις να του πεις. Μα αντ’ αυτού θα πιεστείς, θα χαμογελάσεις μηχανικά και ανούσια, «Tabiki, aynı» θα πεις και θα του δώσεις το τίμημα. Και να του πεις αυτό που πραγματικά σκέφτεσαι άλλωστε, πάλι δεν θα καταλάβει, οπότε τι νόημα έχει να χαλαστείς, χρονιάρα μέρα.
Φορτωμένος θα φτάσεις στο σπίτι όπου οι υπόλοιποι έχουν ήδη στρωθεί στο χαρτί και το κουμάρι. Το να πηγαίνεις τελευταίος είναι μάλλον το αναμενόμενο. « Πού έμπλεξες πάλι; Κοντέψαμε να κάνουμε αλλαγή του χρόνου χωρίς εσένα» Χαμογελάς. Ανυπόκριτα και πλατιά αυτή τη φορά. Είσαι στο σπίτι σου… «Θα σας πω… του χρόνου» θα τους πειράζεις.
Ο καινούργιος χρόνος έρχεται. Να είναι τυχερός σκέφτεσαι. Δεν είσαι προληπτικός, μα τον τελευταίο χρόνο έχεις ασπαστεί την ιδέα πως η τύχη είναι ένα κομμάτι της ζωή που δεν το ελέγχεις. Κάποτε πίστευες ακράδαντα πως «την τύχη μας την φτιάχνουμε εμείς» Τώρα είσαι λιγότερο σίγουρος για αυτό, όπως και για πολλά άλλα,πλέον. Το να βρεθείς, για παράδειγμα, την λάθος στιγμή στο λάθος σημείο είναι συχνά μονάχα θέμα τύχης και συμπτώσεων. Έτσι κατέληξες πως την τύχη σου δεν την προκαλείς. Απλά την αφήνεις να τρέχει αθόρυβα δίπλα σου, χωρίς να την ενοχλείς.
Οι απολογιστικές αποτιμήσεις ωστόσο δεν τελειώνουν ούτε με το τέλος του έτους, και εν τω μεταξύ ο χρόνος μας τρέχει και η ζωή προχωρά και πηγαίνει, όπως το οφείλει, μπροστά.
Όπου να ναι το ρολόι θα μηδενίσει…
Εύχομαι ολόψυχα να περάσετε όλοι ειρηνικά και όμορφα την Καλή Βραδιά, στο σπίτι σας ή με τους φίλους σας, με τα παιδιά σας, τους γονείς και τους φίλους σας, με ανθρώπους δικούς σας που γεμίζουν την ζωή σας με χαρά, εμπιστοσύνη και αγάπη.
Τώρα πια το ξέρω και εγώ: Αυτό είναι η ευτυχία!
* Ο Γιάννης Γιγουρτσής είναι καθηγητής στη Μεγάλη του Γένους Σχολή

