Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Μερικά γεγονότα της καθημερινότητας, δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορους αρκετούς πολίτες. Αναφέρομαι για την απόδοση τιμών σε σημαντικές προσωπικότητες, όχι μόνο εδώ αλλά και στη διεθνή σκηνή, οι οποίες πρόσφεραν καθόλου ευκαταφρόνητες στον τομέα τους υπηρεσίες, και οι οποίοι για διάφορους λόγους εγκατέλειψαν τα εγκόσμια. Το φαινόμενο δεν είναι τωρινό, αλλά ανάγεται σε πολύ παλιές χρονικές εποχές. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η απόδοση τιμών από την πολιτεία γινόταν μετά θάνατον. Κι αυτό ίσχυε είτε για έναν μόνο άνθρωπο, είτε για περισσότερους νεκρούς οι οποίοι φυσικά δεν θα μπορούσαν να μνημονευτούν όλοι, με το δικό του ο καθένας όνομα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο φόρος τιμής σε εκατοντάδες, ή χιλιάδες ή ακόμα και εκατομμύρια νεκρών, όπως οι νεκροί του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σχεδόν σε όλες τις χώρες υπάρχουν αναρίθμητα μνημεία, ανδριάντες και μουσεία, που υπενθυμίζουν την όποια προσφορά των νεκρών. Το γεγονός αυτό όμως, ουδόλως υποβαθμίζει την ευθύνη των κυβερνώντων και των πολιτικών που ενεπλάκησαν και βρίσκονταν πίσω από τις σχετικές δραστηριότητες, στα παρασκήνια, εκεί που αποφασίζονται και γίνονται όλα! Γιατί ας πούμε, θα έπρεπε να πεθάνουν κάποια εκατομμύρια αφού, ούτως ή άλλως, όλα θα οδηγούσαν σε καθιστές διαπραγματεύσεις; Ανεξάρτητα από αυτά, όμως, οι πολιτικοί τεχνηέντως πάντοτε προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις όποιες ευθύνες και αστοχίες τους με την ανέγερση μνημείων και παρεμφερών συμβολικών κινήσεων, αποδίδοντας φόρο τιμής στους νεκρούς και κλείνοντας έτσι με τόση ευκολία το κεφάλαιο εκείνο, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο της εκ νέου, ή κάποιας άλλης θυσίας των πολιτών, πάντοτε, ώστε απερίσπαστοι να σχεδιάσουν και δρομολογήσουν τις όποιες μελλοντικές τους κινήσεις και ενέργειες. Είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να χαράξουν διαχωριστικές γραμμές με το παρελθόν, όρα με τις ευθύνες τους, και να συνεχίζουν απερίσπαστοι και χωρίς ενοχές στο μέλλον τις όποιες αστοχίες τους. Παράλληλα βεβαίως, οι περισσότεροι πολιτικοί δείχνουν κάπως ενοχλημένοι και περίεργα απέναντι στις ορδές των τραυματισμένων, σωματικά και ψυχικά, πολιτών που κινούνται ανάμεσά μας. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει για σημαντικές προσωπικότητες, της πολιτικής, της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών, και σχεδόν σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής. Η πλειονότητα των βραβεύσεων και της απόδοσης τιμών, γίνεται δυστυχώς, μετά θάνατον!

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, η τελετή αποχαιρετισμού του αποθανόντος Προέδρου Κωστή Στεφανόπουλου. Ακούστηκαν διθύραμβοι, εγκωμιαστικά σχόλια και τόσα άλλα που μάλλον προβληματίζουν, όχι για τον αποθανόντα, φυσικά, αλλά για αρκετούς από εκείνους που έκαναν δημόσιες δηλώσεις. Αλήθεια, για να αναφερθούμε στο κόμμα που υπηρέτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν ήταν έτσι τα πράγματα, γιατί δεν τον τίμησαν με την ψήφο τους και δεν τον εξέλεξαν στην αρχηγία του κόμματος αρχικά ή έστω δεν τον ακολούθησαν αργότερα με την αυτόνομη κάθοδό του στις εκλογές με τον ανεξάρτητο πολιτικό σχηματισμό που δημιούργησε; Και για να πάμε τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα, ακόμη κι εκείνοι που τον πρότειναν για την προεδρία της Δημοκρατίας, μάλλον δεν ήθελαν αυτόν, αλλά... έτυχε για κάποιους λόγους να εκλεγεί εκείνος! Κάτι καινούργιες εκμυστηρεύσεις του περίγυρου του αποθανόντος, ρίχνουν καινούργιο φως στα πολιτικά παιχνίδια εκείνης της εποχής.

Ο ίδιος όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι παρά τις περιορισμένες εξουσίες του, υπηρέτησε τον υψηλότατο θεσμό με αξιοπρέπεια, ήθος, απλότητα, εντιμότητα, αρνούμενος να λάβει μέρος σε παιχνίδια διαπλοκής, κι έτσι συνέχισε στην υπόλοιπη ζωή του. Όλα εκείνα τα χρόνια, τα οποία έζησε σε σχετική απομόνωση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ίσως αν ζούσε και έβλεπε όλα αυτά ή καλύτερα, αν άκουγε όλα όσα ακούστηκαν δημοσίως, θα τα κατέκρινε με παραδειγματική σφοδρότητα. Θα θύμιζε εδώ για λίγο τον Λόρδο Μπάιρον, το 1824, όταν λίγο πριν από τον θάνατό του, κατέγραφε: ‘Τι είναι τούτες οι τιμές κι η αναγνώριση/ που γίνηκαν ή θα γεννούν για μένα/ πάρεξ ενός νεογέννητου λαού κραυγή;/ Κι όμως γι’ αυτές, εγώ/ θα αποστρεφόμουν κάθε στέμμα τιποτένιο/ εκτός κι αν ήταν από δάφνη/ κι όμως γι' αυτές, εγώ, θα μπορούσα να πεθάνω...’

Γι’ αυτό και ο θανών θα εκνευριζόταν σφόδρα με τη διάχυτη υποκρισία και τα υπερβολικά επίθετα που πολλοί χρησιμοποίησαν στις ομιλίες-επικήδειους και τους αποχαιρετισμούς τους μπροστά στην αφθονία των τηλεοπτικών συνεργείων.

Αφού ήταν αντίθετος από την όποια έννοια λαϊκισμού, από κίβδηλους πατριωτισμούς, λόγια χωρίς αντίκρισμα, στείρες έριδες και μικροπολιτικούς διχασμούς, καταστάσεις οι οποίες μόλυναν και έπνιξαν τον αέρα που αναπνέουμε.

*Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι χειρουργός, διευθυντής του χειρουργικού τομέα στο ΠΑΓΝΗ