Της Ευαγελίας Καρεκλάκη

Με το λαούτο του εξυμνεί τον έρωτα και την ζωή και ας έρχεται τετ-α-τετ με τον θάνατο σχεδόν καθημερινά. Για τον ιατροδικαστή Κρήτης Αντώνη Παπαδομανωλάκη η δουλειά του αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του, όμως δεν την καθορίζει. Η ψυχή του ανήκει στη μουσική γιατί τον «λευτερώνει».

Παρά τις χιλιάδες νεκροτομές, τον φόβο του θανάτου δεν τον έχει ξορκίσει, όπως παραδέχεται. Ούτε καν έχει εξοικειωθεί μαζί του. Τον κοντράρει όμως με το λαούτο και τα τραγούδια του. Όταν δεν είναι στο νεκροτομείο, θα τον βρεις στο σπίτι του να συνθέτει, να ψάχνει στην παράδοση (όχι μόνο την κρητική), να πειραματίζεται με σεβασμό πάνω σε παλιά τραγούδια, τα οποία «παντρεύει» με σύγχρονα ακούσματα τραγουδοποιών της εποχής μας.  

Και αποτελεί πραγματικά μία …αποκάλυψη για όσους δεν γνωρίζουν την καλλιτεχνική του πλευρά. Δύο-τρεις φορές το μήνα  θα τον συναντήσεις σε μουσικά στέκια του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου να ξεδιπλώνει το ταλέντο και την ψυχή του ή σε κάποιον συναυλιακό χώρο. Μετά χαράς θα παίξει στο γάμο ενός φίλου ή συγγενή ενώ είναι ικανός να στήσει ολόκληρο γλέντι από το πουθενά σε κάποιο καφενείο με καλή ρακή και μεζέδες.

«Δεν είμαι επαγγελματίας μουσικός, το ξεκαθαρίζουμε. Φροντίζω να κάνω κάποιες εμφανίσεις, από μία έως τρεις φορές το μήνα, συνήθως σε μικρά στέκια επειδή θέλω να έχω επαφή με το κοινό. Μην με βάλεις σε πάλκο, θέλω να είμαι στο ίδιο επίπεδο με τον κόσμο για να έχουμε επικοινωνία. Με ενδιαφέρει να προωθώ τραγούδια που δεν έχουν ακουστεί πολύ. Τον τελευταίο καιρό παίζω ένα τραγούδι που χρονολογείται το 1780-1800 ενός Χανιώτη βιολιστή. Κάθε φορά που παίζω έχω τεράστιο άγχος. Θεωρώ ότι κουβαλάω προγόνους, σπάνιους και ξεχασμένους και έχω την ευθύνη να μεταφέρω σωστά τα ακούσματα αυτά». 

Πολλοί που γνωρίζουν την ιδιότητα του ως ιατροδικαστή μένουν έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν και την καλλιτεχνική του πλευρά. Με το στόμα ανοιχτό όμως μένουν και όσοι μαθαίνουν ότι ο λαουτιέρης που τους ταξιδεύει με τις μελωδίες του είναι ιατροδικαστής. «Χαίρομαι που σε γνωρίζω και εύχομαι να είμαι αχρείαστος» τους προλαβαίνει.

Με την ιατροδικαστική ασχολείται σχεδόν 26 χρόνια. Με τη μουσική όλη του τη ζωή, από πέντε χρονών αγόρι στη Γερμανία όπου είχαν μεταναστεύσει οικογενειακώς για μία καλύτερη ζωή. Ήταν μαθητής γυμνασίου στο Ρέθυμνο όταν πρωτάκουσε τον ήχο του λαούτου. «Ερωτεύτηκα τον ήχο του. Έβγαζε αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα της χαρμολύπης. Ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, το ίδιο συναίσθημα νιώθω».



«Η απώλεια κάθε ζωής με πληγώνει»

 «Την ιατροδικαστική την αγαπώ αλλά δεν είμαι παντρεμένος μαζί της. Είναι πολύ ψυχοφθόρα. Πριν 10-15 χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου να πατάει ένα κουμπί και να κλείνει  όλα όσα είχε δει και όλα όσα είχε ακούσει. Πρέπει να ομολογήσω ότι όσο μεγαλώνω, αυτές οι άμυνες λιγοστεύουν. Θα περίμενε κανείς να συμβαίνει το αντίθετο λόγω εμπειρίας. Πραγματικά πιάνω τον εαυτό μου πολλές φορές και θυμάμαι πρόσωπα, θυμάμαι εικόνες, θυμάμαι ονόματα. Κάνω διάφορα σενάρια… Σκέφτομαι ότι με τον νεκρό που ασχολήθηκα πριν λίγο, ξυπνήσαμε μαζί, ήπιε καφέ όπως και εγώ, είχε και αυτός σχεδιάσει τη ζωή του τη σημερινή και την αυριανή… όλα αυτά με πονούν.

Πάντα λυπόμουν όταν έφευγε μια ζωή, όμως τώρα πια η απώλεια κάθε ζωής με πληγώνει». Πιο πολύ όμως τον συγκλονίζει ο θρήνος της μάνας, του πατέρα, του αδελφού. Ο σπαραγμός των οικείων για την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. «Αυτός ο θρήνος είναι απερίγραπτος, έντονος, σε φορτίζει συναισθηματικά».

Όπως λέει, αποφεύγει να εμφανιστεί σε κάποιο στέκι ή εκδήλωση όταν έχει υπηρεσία. Συνήθως μετά από μία νεκροτομή, έχει ανάγκη περισσότερο να κάνει μία βόλτα στη θάλασσα, να τον φυσήξει η θαλασσινή αύρα και να ηρεμήσει. «Έχω την ανασφάλεια ότι μπορώ να πεθάνω ξαφνικά και ότι δεν θα προλάβω να κάνω πράγματα.

Η ενασχόληση μου με την ιατροδικαστική έχει αλλάξει την φιλοσοφία μου για τη ζωή. Θέλω να είμαι περισσότερο δημιουργικός. Η δημιουργία και η επικοινωνία είναι το παν στον άνθρωπο».



Ο Ανδρέου και ο Κοτονιάς

Το όνειρο του είναι κάποια στιγμή να παρουσιάσει στο κοινό και τις δικές του συνθέσεις. Νιώθει υπερήφανος για την γνωριμία του με τον σπουδαίο συνθέτη Γιώργο Ανδρέου, ο οποίος τον επέλεξε να ξεκινήσει το πρόγραμμα μίας μεγάλης συναυλίας που δόθηκε προς τιμήν του συνθέτη το 2005 σε ανοιχτό θέατρο στην Κομοτηνή, στο πλαίσιο εορτασμού για την απελευθέρωση της πόλης. «Σε κάποια τραγούδια έπαιξε και ο ίδιος στο πιάνο και η αγωνία μου είχε φθάσει στο αποκορύφωμα». Με ιδιαίτερη όμως συγκίνηση αναφέρεται και στον τραγουδοποιό Θοδωρή Κοτονιά, τον οποίο αποκαλεί «ψυχάρα».  «Πριν από 3-4 χρόνια έβαλα στο ρεπερτόριο μου ένα τραγούδι, «Τα κλειδιά»,  το οποίο τότε δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστό στην Κρήτη. Επικοινώνησε μαζί μου ο δημιουργός, ο οποίος με ευχαρίστησε και θέλησε να με γνωρίσει. Με τον Θοδωρή Κοτονιά έχουμε γίνει πλέον φίλοι. Είναι εξαιρετικός καλλιτέχνης και εξαιρετικός άνθρωπος με σπουδαία ψυχή». 



Το λαούτο τον έκανε... ιατροδικαστή

Στο λύκειο πείθει τον πατέρα του να του αγοράσει λαούτο. «Σαν όργανο άρχισα να το μαθαίνω καλά ως φοιτητής της Ιατρικής στη Θεσσαλονίκη». Μαζί με άλλους «κουζουλούς» φοιτητές από την Κρήτη δεν αφήνουν γλέντι για γλέντι να μην παίξουν στη βόρεια Ελλάδα. Από τη μία διάβασμα για το πανεπιστήμιο, από την άλλη το λαούτο.

Το λαούτο «ευθύνεται» και για το γεγονός ότι έγινε ιατροδικαστής. Είχε σχεδόν  κατασταλάξει ότι θα ακολουθήσει την ειδικότητα της δερματολογίας, όμως μία τυχαία γνωριμία άλλαξε την ζωή του. Έπαιζε σε εκδήλωση Κρητών της Θεσσαλονίκης όταν του γνώρισαν τον καθηγητή ιατροδικαστικής Κώστα Χουρδάκη. «Μου λέει: “για να σου πω παιδί μου, θα μου μάθεις λαούτο και εγώ θα σου μάθω ιατροδικαστική”».

Θυμάται ότι οι γονείς του είχαν αντιδράσει στην απόφασή του να γίνει ιατροδικαστής. Ήθελαν γιατρό να  σώζει ζωές και όχι να ασχολείται με …νεκρούς.

Ολοκληρώνει την ειδικότητα του, κάνει το αγροτικό του, όμως αποφασίζει να φύγει και πάλι στη Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του στο αντικείμενο και να κάνει διδακτορικό στην ανατομία, νιώθοντας την ανάγκη να διευρύνει τους ορίζοντες του και να γίνει ακόμα καλύτερος. «Ξέρετε ως ιατροδικαστής νιώθω ως συνήγορος του νεκρού». Πέντε χρόνια μετά, δηλαδή το 2000, εγκαθίσταται υπηρεσιακώς στην Κρήτη.