
Το μήνα Νοέμβριο του έτους 1941 ημέρα Σάββατο ήταν στη θέση Αργυρού, που βρίσκεται μεταξύ Καστελλιανών και Τσουτσούρου Ηρακλείου, μια ομάδα Εγγλέζων και ανταρτών αποτελούμενη από 13 άτομα (11 Εγγλέζους και 2 αντάρτες). Μαζί τους είχαν έναν ασύρματο και πήρανε σήμα, ότι θα περνούσε ένα συμμαχικό αεροπλάνο και θα έριχνε ένα αλεξίπτωτο με εφόδια.
Πράγματι, μετά από λίγη ώρα πέρασε το αεροπλάνο και έριξε το αλεξίπτωτο, το οποίο όμως λόγω και του πνέοντος ισχυρού ανέμου, έπεσε νοτιοδυτικά σε απόσταση περίπου δυο χιλιομέτρων στη θέση Σκαλιά και συγκεκριμένα έξω από τη μάντρα του Μανώλη Καπελλάκη κτηνοτρόφου κατοίκου Αχεντριά, ο οποίος μόλις είδε το αλεξίπτωτο το μάζεψε και το έκανε ένα σωρό, χωρίς να πειράξει το περιεχόμενο του. Μετά από λίγη ώρα ήρθε η ομάδα των Εγγλέζων και των ανταρτών, οι οποίοι παρακολουθούσαν και είχαν δει προηγουμένως το σημείο που είχε πέσει το αλεξίπτωτο και αφού παρέλαβαν και ήλεγξαν το περιεχόμενο του και διεπίστωσαν ότι δεν είχε πειραχτεί τίποτε, έδωσαν στο Μανώλη Καπελλάκη το ύφασμα του αλεξίπτωτου, το οποίο ήταν μεταξωτό πράσινου χρώματος και μ’ αυτό κατά την κατοχή η γυναίκα του Σοφία έκανε δύο - τρία φορέματα. Στο περιεχόμενο του αλεξίπτωτου υπήρχε και ένα κουτί. Ενας αντάρτης είπε στον Καπελλάκη: “Ξέρεις τι έχει αυτό το κουτί;” και ταυτόχρονα απαντά: “Εχει τετρακόσσιες χρυσές λίρες, αλλά δεν του έδωσαν ούτε μία”. Η ομάδα λοιπόν των Εγγλέζων και των ανταρτών πήραν τα πράγματα και κατευθύνθηκαν προς Αχεντριά, περνόντας από το μετόχι του Βορνού Αγίου Νικήτα (γιατί υπάρχει και νότιος). Ήταν όπως προανέφερα ημέρα Σάββατο και μάλιστα ψιλόβρεχε και κατά το απόγευμα έφτασαν στον Αχεντριά και πήγαν κατευθείαν στο σπίτι του προέδρου του χωριού Εμμανουήλ Ξηρουχάκη. Μάλιστα την ημέρα εκείνη ζύμωναν στον ιδιόκτητο φούρνο του και μόλις που είχαν βγάλει τα ψωμιά από το φούρνο. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν βρεγμένοι λόγω του ψιλόβροχου που έπεφτε, και τους άναψαν φωτιές με αστιβίδες, που είχαν μείνει από τα φουρνόξυλα για να στεγνώσουν. Ήταν όμως και πολύ πεινασμένοι, Η γυναίκα του προέδρου είχε μαγειρέψει κουκιά, το συνηθισμένο φαγητό της κατοχής, και φάγανε. Από την πολλή την πείνα τους έφαγε ο κάθε ένας μια κουλούρα κρίθινο ζεστό ψωμί. Σημειωτέον, ο πρόεδρος είχε μεγάλη οικογένεια και ζύμωνε τακτικά, ενώ είχε και αλευρόμυλο και υπήρχαν τα υλικά για την παρασκευή του ψωμιού. Αφού λοιπόν στέγνωσαν και έφαγαν, είχε βραδιάσει πλέον και έπρεπε κάπου να μείνουν. Το σπίτι του προέδρου είχε μια μεγάλη αυλή και ένα μεγάλο ξεχωριστό δωμάτιο (μαγαζές), το οποίο επικοινονούσε με το κύριο σπίτι με μια μικρή πορτούλα και με τον κεντρικό δρόμο. Είπε λοιπόν ο πρόεδρος Εμμανουήλ Ξηρουχάκης στους Εγγλέζους και αντάρτες να μείνουν σε αυτό το δωμάτιο . Μέχρις εδώ όλα καλά, αλλά μετά τα μεσάνυκτα, 1 με 2 ώρα, περίπου, ήρθαν από τον Πύργο στον Αχεντριά Γερμανοί, οι οποίοι πιθανόν να είχαν κάποια πληροφόρηση για το αλεξίπτωτο, και πήγαν κατευθείαν στο σπίτι του προέδρου, κτυπούσαν λοιπόν την αυλόπορτα, που σημειωτέον ότι για λόγους ασφαλείας ο πρόεδρος έβαζε για αντιστήριγμα ένα μεσοδόκι πίσω από την πόρτα και ήταν πολύ δύσκολη η παραβίαση της. Ο πρόεδρος σκέφτηκε αμέσως πώς θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Πρώτον είπε στη γυναίκα του Καλλιόπη να ετοιμάσει ένα δίσκο με ό,τι είχε μαζί με αμύγδαλα, σταφίδες και ένα μπουκάλι ρακή. Επίσης είπε στο γιο του Παντελή, 14 χρονών τότε, να πάει στο δωμάτιο, που ήταν οι Εγγλέζοι και όταν καταλάβει ο πρόεδρος ότι είχαν μπει όλοι οι Γερμανοί μέσα στο σπίτι, να του ανοιγοκλείσει δυο τρεις φορές ένα μικρό παραθυράκι που ήταν ακριβώς απέναντι από του δωμάτιο που ήταν οι Εγγλέζοι, Υστερα θα άνοιγε την πόρτα που βρισκόταν προς τον κεντρικό δρόμο και θα τους οδηγούσε να βγούνε έξω από το χωριό. Στη συνέχεια θα τους πήγαινε στου Νικητογιάννη στο Φιλίππο, συντέκνου του προέδρου του Αχεντριά Εμμανουήλ Ξηρουχάκη. Οι Εγγλέζοι βέβαια είχαν αντιληφθεί την άφιξη των Γερμανών και βρίσκονταν όλοι στο πόδι. Η συμμετοχή του γιού του προέδρου, Παντελή, ήταν απαραίτητη, διότι οι Εγγλέζοι δε γνώριζαν την περιοχή και φεύγοντας μπορεί να πέφτανε στα πόδια των Γερμανών. Πράγματι το σχέδιο πέτυχε, οι Γερμανοί δεν πήραν χαμπάρι. Αν έπαιρναν είδηση, τότε θα γινόταν συμπλοκή μεταξύ Εγγλέζων και Γερμανών και οι συνέπειες θα ήταν τραγικές. Ο κάθε ένας λοιπόν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να έχεις μέσα στο σπίτι σου όχι έναν, όχι δύο, αλλά δεκατρείς Εγγλέζους και αντάρτες (11 Εγγλέζους και δύο αντάρτες) και τη νύχτα να σου κτυπούν τη πόρτα οι Γερμανοί κατακτητές. Με την παραμικρή λαθεμένη κίνηση θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ανάλογο επεισόδιο με αυτό που έγινε αργότερα στην Επαρχία Βιάννου και οι συνέπειες θα ήταν ακόμη και χειρότερες στα χωριά των Αστερουσίων.
* Ο Ιωάννης Ξηρουχάκης είναι πρώην δ/ντής ΕΛΤΑ

