
Η διαμεσολάβηση είναι μία εξωδικαστική διαδικασία υποβοηθούμενης διαπραγμάτευσης η οποία επιτρέπει στα εμπλεκόμενα μέρη, παρουσία των δικηγόρων τους, να ανταλλάξουν απόψεις, προτάσεις και αντιπροτάσεις και στη συνέχεια να καταλήξουν εκουσίως σε μία συμφωνία σχετικά με τη διαφορά τους με τη βοήθεια ενός ουδέτερου και ειδικά εκπαιδευμένου στην ψυχολογία, στις διαπραγματεύσεις και στο δίκαιο της διαμεσολάβησης διαπιστευμένου διαμεσολαβητή.
Έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι ένας άνθρωπος είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τη λογική του, μόνο όταν μπορεί να επιβληθεί στον συναισθηματικό του κόσμο. Οι έννοια «συναίσθημα – emotion» προέρχεται στις λατινογενείς γλώσσες από το λατινικό ρήμα «emovere» που σημαίνει «θέτω σε κίνηση». Αυτό υποδεικνύει ότι το συναίσθημα αποτελεί ευκαιρία για την επίλυση ενός προβλήματος καθότι με τη σωστή επεξεργασία του ενθαρρύνει ψυχολογικά τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν το παλιό και τους κινητοποιεί να εξελιχθούν. Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε ό,τι νιώθουμε, σε πολλές περιπτώσεις δεν αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια τι είναι αυτό που νιώθουμε και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ερμηνεύουμε με καθαρά προσωπικό τρόπο αυτό που νιώθουμε.
Ένας διαπιστευμένος διαμεσολαβητής, γνωρίζοντας σε βάθος τον ίδιο του τον εαυτό, βοηθάει τα εμπλεκόμενα μέρη να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, προσφέροντάς τους αρχικά εκτόνωση, στη συνέχεια συνειδητοποίηση και τελικά διαχείρηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιεί ως εργαλεία του τη γνώση της γλώσσας των συναισθημάτων, την αποκάλυψη των πραγματικών αναγκών που κρύβονται πίσω από τα συναισθήματα και την αποδυνάμωση της υποκειμενικότητας που τροφοδοτείται από τα συναισθήματα. Έτσι, η διαμεσολάβηση καθίσταται μία εξελικτική διαδικασία όπου το πρόβλημα καταλήγει σε κάτι τελείως διαφορετικό από την αφετηρία έναρξής του, εξ αντιδιαστολής με την στατική διαδικασία της κατάθεσης αγωγής όπου ο ενάγων δεσμεύεται από το αρχικό του αίτημα όπως αυτό έχει προσδιοριστεί στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης.
Επιπλέον, ένας διαπιστευμένος διαμεσολαβητής γνωρίζει να κάνει καλή χρήση των τεχνικών επικοινωνίας. Ενδεικτικά μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές είναι:
1. Η ενεργητική ακρόαση. Είναι διαπιστωμένο ότι σε πολλές περιπτώσεις συνομιλίας, το μέρος που βρίσκεται στην θέση του ακροατή, δεν ακούει πραγματικά εκείνον που του μιλάει αλλά προσπαθεί να βρει επιχειρήματα προκειμένου να απαντήσει. Μέσα στο πλαίσιο μιας διαμεσολάβησης, ο κατάλληλα εκπαιδευμένος διαμεσολαβητής κατανοεί σε βάθος αυτό που περιγράφει ο συνομιλητής του, χωρίς να τον διακόπτει, επιδεικνύοντας μεγάλη προσοχή στα λεγόμενά του, δίχως να τον κριτικάρει και αποδεχόμενος την μοναδικότητά του.
2. Η κατάλληλη χρήση των ερωτήσεων. Διαμεσολάβηση δεν σημαίνει ανάκριση. Γι’ αυτόν το λόγο ο διαμεσολαβητής διακατεχόμενος από γνήσια περιέργεια, επιθυμία κατανόησης και ουδετερότητα, δίχως επιθετικότητα και επίκριση, προσπαθεί να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικές με την ανάμνηση του γεγονότος, τα συναισθήματα που αυτό προκάλεσε και προκαλεί και την αξιολογική κρίση του ομιλούντος ως προς αυτό.
3. Η αναδιατύπωση. Πρόκειται για την περιγραφή από τον διαμεσολαβητή προς τον αφηγητή όλων όσων άκουσε με όσο πιο πιστό τρόπο γίνεται προκειμένου να αισθανθεί ο τελευταίος ότι ακούστηκε και έγινε κατανοητός. Επίσης, με την αναδιατύπωση προσφέρεται η δυνατότητα στον αφηγητή να διορθώσει τυχών παρανοήσεις.
4. Η ερμηνεία. Υπό την προϋπόθεση ότι πάντα ο διαμεσολαβητής επιβεβαιώνει αν η ερμηνεία που δίνει στα πράγματα είναι η σωστή και όχι προϊόν των προκαταλήψεων και της υποκειμενικής του κρίσης, το εργαλείο αυτό μπορεί να επιτρέψει να έρθει στην επιφάνεια κάτι που ειπώθηκε διστακτικά ή δεν ειπώθηκε καθόλου και έτσι να συμβάλλει σημαντικά στην επιτυχή εξέλιξη της διαμεσολάβησης.
5. Η σιωπή. Είναι η ικανότητα να κρατάς το στόμα σου κλειστό όταν ο άλλος προσπαθεί να συγκροτήσει το λόγο του προκειμένου να παρουσιάσει τις ιδέες του ή να δώσει διευκρινίσεις.
6. Η υποστήριξη. Είναι η θετική πλαισίωση των εμπλεκόμενων μερών με παροχή βοήθειας και επιβράβευσης, δίχως μεροληψία και διακρίσεις υπέρ του ενός ή του άλλου.
7. Η ενσυναίσθηση - empathy. Σχετίζεται με την ανθρώπινη δεξιότητα συμμετοχής στο πάθος και στη δυστυχία του άλλου μέχρι πλήρους ταυτίσεως. Ουσιαστικά πρόκειται για την ακρόαση στο έπακρο από την πλευρά του διαμεσολαβητή, χρησιμοποιώντας τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του προκειμένου να αντιληφθεί τι βιώνει και νιώθει το άτομο που μιλάει.
Απ’ όλα όσα ειπώθηκαν προκύπτει ότι μέσα από την ελπιδοφόρα διαδικασία της διαμεσολάβησης, ένας διαπιστευμένος διαμεσολαβητής με την κατάλληλη διαχείριση των συναισθημάτων και την χρήση των τεχνικών επικοινωνίας κατορθώνει να δημιουργήσει ένα γόνιμο περιβάλλον αληθινού διαλόγου και ισότιμης ανταλλαγής απόψεων, με απώτερο στόχο την επίτευξη μίας από κοινού αποδεκτής λύσης στη διαφορά, με κύριο άξονα τις πραγματικές ανάγκες και συμφέροντα των συμμετεχόντων.
Βιβλιογραφία: «Η διαμεσολάβηση για όλους», Beatrice Blohorn-Brenneur, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη
* Η Μαρία Βρέντζου είναι δικηγόρος, διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια, εκπαιδευόμενη στη Συστημική Ψυχοθεραπεία (EFTA TIC).

