Εδά τελευταία πολύ μασε πιάνεις στο στόμα σου, γείτονα Τουρκαλά, και δεν καταλαβαίνω ήντα κλώθει ο νους σου, αν έχεις.
Στον Θεό σου, ήντα ‘ναι αυτά που χαλικουτίζεις; Αν ήπιες καμιά παραπάνω και σε πιάσανε τα σεκλέτια, έλα να χορέψομε ένα χασάπικο, να γλεντήσομε με έναν ανατολίτικο αμανέ Να σε κεράσομε μια ρακή, να ξεχάσεις τον πόνο σου, που δεν κοιμάσαι τα βράδια γιατί ονειρεύεσαι συνεχώς πως ξυπνάς χωρίς κεφάλι και τρέμεις. Τη γλύτωσες με το πραξικόπημα την πρώτη φορά, τη δεύτερη δε την γλυτώνεις. Θα την φας την κεφάλα σου!
Αν όμως δεν είσαι μεθυσμένος, τα μυαλά σου έχουνε πάρει αέρα και λες αερολογίες. Αν θέλεις να παίξεις το σουλτάνο έλα τις Απόκριες να σε βάλομε στο καρναβάλι, να μην παιδεύεσαι, μασκαρά! Κατέχω το πως δεν ταιριάζουν τέτοιες εκφράσεις σε σουλτάνο, αλλά εσύ πρώτος εξεφούρνισες τα καραγκιοζιλίκια από το στόμα σου.
Αλήθεια, ήντα ‘θελες να πεις για τα σύνορα της καρδιάς και σ’ έπιασε ο πόνος; Έβλεπες φαίνεται όνειρο την αυτοκρατορία σου και ξύπνησες με το σπαθί στο χέρι να βρεις τα σύνορα. Τρομάρα σου, πού να τα διακρίνεις; Δε τα βρίσκεις γιατί απλά δεν υπάρχουν. Ο Αττίλας δεν αφήνει ίχνη πολιτισμού, ούτε έργα που να αντέχουν στο χρόνο. Μόνο καταστροφές, σφαγές και ερήμωση!
Τα πάθαμε, τα μάθαμε και σε κατέχομε καλά. Όμως να μη σε αδικήσω. Για ένα πράγμα έμεινες στην ιστορία, Τουρκαλά: Για τις γενοκτονίες!
Οι γενοκτονίες είναι δικός σου άθλος. Τραγικοί μάρτυρες, Μικρασιάτες, Πόντιοι, Αρμένιοι, Κούρδοι και όχι μόνο. Πολιτισμό δε δημιούργησες, κατάφερες όμως να τον καταστρέψεις. Μη μου κουβεδιάζεις, λοιπόν, για σύνορα της καρδιάς, γιατί αντί να κλαίει ο κόσμος γελά και σε κοροϊδεύει.
Αν θέλεις να δεις πώς είναι τα σύνορα της καρδιάς, αυτά δεν είναι δύσκολο να τα βρεις. Δυστυχώς είναι κοντά σου: Σμύρνη, Πόντος, Κωνσταντινούπολη.. άστα αλογάριαστα, γιατί έχω και πίεση.
Πρόσεξε μόνο γιατί εκεί στη Σμύρνη το αίμα και τα δάκρυα δεν έχουν στεγνώσει ακόμα από την καρδιά μας και είναι επικίνδυνα.
Πρόσεχε μπουνταλά! Μη γλιστρήσεις και χάσει η χώρα σου το κελεπούρι! Αν δεν πάρεις χαμπάρι στη Σμύρνη, πήγαινε στην Πόλη. Σταμάτα στην Αγιά Σοφιά και δόξασε τον Αλλάχ για τον πολιτισμό που σου ‘λαχε να κληρονομήσεις, απολίτιστε Οθωμανέ, που θέλεις σαν την κάνεις τζαμί. Αυτά καταλαβαίνεις, αυτά κάνεις και θέλεις να γίνεις και Ευρωπαίος, τρομάρα σου! Το άλλο πάλι το φαιδρό που ξεφούρνισες, μπουνταλά;!
Είναι, λες, τόσο κοντά τα νησιά μας με τα σύνορά σου, που γροικιάς τσι πετεινούς και δεν μπορείς να κοιμηθείς!
Σε καταλαβαίνω απόλυτα, κουτοπόνηρε ανατολίτη. Είναι το σύνδρομο του κλεφτοκοτά που σε πιάνει: Να αρπάξεις, να κλέψεις, να ρημάξεις, να «τιμήσεις» τον πρόγονό σου τον Αττίλα!
Καημένοι Μικρασιάτες, Κύρπιοι, Πόντιοι, Κούρδοι, Αρμένιοι που γνωρίσατε στο πετσί σας τις «πολιτιστικές εκστρατείες» του Αττίλα. Ήντα να σου πρωτογράψω που είναι πολλά και σκέφτομαι το μελάνι που χαλώ. Αλήθεια, ήντα μύγια σε τσίμπησε, γείτονα, μπορείς να μου εξηγήσεις;
Είδες πως ο γείτονάς σου έχει προβλήματα κι εσύ ο κουτοπόνηρος ανατολίτης κάνεις σχέδια να του φας και το περβόλι και το γάιδαρο. Χαλάλι σου ο γάιδαρος (κρίμα στο ζωντανό)!
Άμα του βάλεις και σαμάρι θα είσαι φτυστός σουλτάνος!
Βοηθάνε, δε βγάζουνε το μάτι του γείτονα, κακομαθημένε φαταούλα! Εδώ που τα λέμε δε ζητάς και πολλά! Μόνο είκοσι πέντε νησιά και κάτι ψιλά! Από τη Λήμνο μέχρι τη Γαύδο!
Μωρέ, δε τα παίρνεις όλα να παίζεις τρίλιζα στο χαρέμι σου! Μα δεν θα σε ωφελήσουνε. Θα τ’ ασχημίσεις, μωρέ μπουνταλά, και θα χάσουνε την ομορφιά τους. Όπως έγινε στη Σμύρνη, στην Πόλη, στην Κύπρο και όπου αλλού πάτησες το βρωμοπόδαρό σου, απολίτιστε βάρβαρε Αττίλα! Γείτονα, μην κουρδίζεις το λαό σου με τις φιλοδοξίες σου και με τις μπουνταλιές σου. Άστονε να βρει το δρόμο του δημοκρατικά (κάπως δύσκολο, ε; και ειρηνικά και μην τονε βάζεις σε μπελάδες. Μη βλέπεις τα χάλια μας και κάνεις όνειρα. Μη γλείφεσαι! Αν ξεφυλλίσεις την ιστορία – έχεις βέβαια άλλα πράγματα να κάνεις (φυλακές, εξορίες), θα διαβάσεις για Κολοκοτρώνη, για Κανάρη, για Αρκάδι και μπορεί να σου περάσει η τρέλα, μπουνταλά! Μη την κουνάς την κεφάλα σου γιατί θα φανεί πως είναι κούφια!
Γείτονα πονηρέ, μας χωρίζει και μας ενώνει μια θάλασσα, το Αιγαίο. Ας το κάνομε θάλασσα ειρήνης και όχι πολέμου, για το καλό των λαών μας που δε φταίνε να γνωρίσουμε συμφορές.
Οσο για τα στραλίκια (ξύλα, παλούκια, που έβαζαν για σύνορα), μην τα πειράξεις, μπουνταλά γείτονα, γιατί θα σου μπει κανένα στον πισινό και θα τρέχεις και δε θα φτάνεις. Άντε στο διάολο! Υ.Γ. Με το διάολο που μπλέξαμε ο Θεός να βάλει το χέρι του.
Γιώργος Μαυρομανωλάκης,
ο Αχεντριανός

