Στο αρχείο τέθηκε με εισαγγελική διάταξη η μήνυση που είχε υποβάλει σε βάρος αστυνομικών της ομάδας ΟΠΚΕ  23χρονος Αλβανός, ο οποίος είχε καταγγείλει ότι προχώρησαν στην βίαιη σύλληψη του μετά άγριου ξυλοδαρμού και απειλών. 

Η επίμαχη έγκληση χαρακτηρίζεται ως αβάσιμη αλλά και ως ενέργεια αντιπερισπασμού, καθώς εναντίον του 23χρονου είχε σχηματιστεί δικογραφία για αντίσταση και απείθεια, ενώ η εισαγγελέας αποφαίνεται ότι οι αστυνομικοί κινήθηκαν στο πλαίσιο που ορίζει ο νόμος.

 Το περιστατικό είχε σημειωθεί τον περασμένο Ιανουάριο μετά από επιχειρούμενο αστυνομικό έλεγχο στον 23χρονο. Ο νεαρός Αλβανός είχε καταγγείλει τότε ότι οι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ του συμπεριφέρθηκαν βίαι- α  επειδή τον είχαν στοχοποιήσει για προγενέστερο περιστατικό, οπότε και συνεπλάκη με συνάδελφό τους εκτός υπηρεσίας λόγω παρεξήγησης.  Στο σκεπτικό της εισαγγελικής διάταξης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι αστυνομικοί, οι οποίοι βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, εντόπισαν τον νεαρό αλλοδαπό και έκριναν σκόπιμο να τον υποβάλουν σε έλεγχο, καθώς είχε απασχολήσει στο παρελθόν με την ενασχόλησή του σε νυκτερινά κέντρα ενώ υπήρχαν πληροφορίες για διακίνηση ναρκωτικών. Του έκαναν σήμα να σταματήσει αλλά αυτός τράπηκε σε φυγή. Δύο αστυνομικοί της Ομάδας κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν λίγο πιο κάτω. Εκείνος όμως αντιστάθηκε για να αποφύγει τον έλεγχο και επειδή ήταν χειροδύναμος και γνώστης πολεμικών τεχνών, οι αστυνομικοί δεν κατάφεραν να του περάσουν χειροπέδες. Στο σημείο έφθασαν άλλοι δύο αστυνομικοί, τον έριξαν κάτω, ακολούθησε πάλη μέχρι που τον συνέλαβαν. Όπως αναφέρεται, ακόμα και κατά την παραμονή του στο Αστυνομικό Μέγαρο ο 23χρονος ήταν απειλητικός και προσπαθούσε να εκφοβίσει τους αστυνομικούς να μην ασχολούνται μαζί του «για να μην μπλέξουν». Ο 23χρονος στη μήνυση που υπέβαλε υποστήριζε ότι οι αστυνομικοί έφθασαν στο σημείο να τον ποδοπατήσουν με τα υπηρεσιακά τους άρβυλα σε όλο του το σώμα. Κατήγγειλε ότι τον κλωτσούσαν στο πρόσωπο και στον αυχένα και του έριχναν μπουνιές επί πέντε λεπτά με αποτέλεσμα να του προξενήσουν σοβαρότατες κακώσεις.

Ωστόσο από την ιατροδικαστική έκθεση συνάγεται, όπως επισημαίνεται, το συμπέρασμα ότι στην πλειοψηφία τους οι κακώσεις αυτές αφορούν  εκδορές, οι οποίες «δικαιολογούνται από τη βίαιη καταστολή της αντίστασης του κατά τη δέσμευσήτου με χειροπέδες, η οποία ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους». Επιπλέον επισημαίνεται ότι στην ιατροδικαστική έκθεση δεν γίνεται καμία αναφορά σε «εντύπωμα παπουτσιού». «Περαιτέρω δε, λόγω της πρόθεσης αντιπερισπασμού του εγκαλούντος με την υποβολή της παρούσης προκειμένου να αποφύγει την αυτόφωρη διαδικασία για τις πράξεις της απείθειας και της αντίστασης που έλαβαν χώρα σε βάρος των εγκαλούμενων αστυνομικών, δεν κρίνεται ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής και για την πράξη της εξύβρισης και απειλής, στο μέτρο που πλην του εγκαλούντος, οι απειλές και οι ύβρεις δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό μέσο».  Από την πλευρά της η συνήγορος των αστυνομικών, Μαρίνα Παναγιωτάκη, δήλωσε για την εξέλιξη αυτή : «Η ασκηθείσα και σήμερα αρχειοθετηθείσα μήνυση, εναντίον των αστυνομικών της ομάδας ΟΠΚΕ έγινε από τον τότε μηνυτή ως μέσο αντιπερισπασμού κατά της διενεργούμενης εναντίον του αυτόφωρης διαδικασίας για τις πράξεις της απείθειας και της αντίστασης. Άλλωστε τα αντικειμενικά ιατροδικαστικά ευρήματα καταμαρτύρησαν τα φαιδρά ψεύδη του μηνυτή και για τον λόγο αυτό, ως νομικός εκπρόσωπος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Ν. Ηρακλείου θα ασκήσω κάθε ένδικο μέσο κατά του παραπάνω προσώπου και λοιπών συμμετεχόντων, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έχουν υποστεί έως σήμερα τα ως άνω όργανα».