Της Κατερίνας Μυλωνά

“Δεν εφησυχάζω ποτέ και για τίποτε”

Η Ηρακλειώτισσα συγγραφέας Πέλα Σουλτάτου μιλά στην “Π”


Η πάλη του ανθρώπου ενάντια στο φυσικό τέλος και η ιδέα του φασισμού ως ενσάρκωση του θανάτου «τέμνονται» στο νέο βιβλίο της Ηρακλειώτισσας Πέλας Σουλτάτου «Ανκόρ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

Η Π. Σουλτάτου εμφανίστηκε στα γράμματα πριν τρία χρόνια με το βιβλίο “Τα φώτα στο βάθος” (εκδόσεις Απόπειρα), μία συλλογή διηγημάτων, η οποία δραματοποιήθηκε στο θέατρο από την Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες.Σήμερα η συγγραφέας μιλάει στην «Π» για το νέο της βιβλίο.

-Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την πεζογραφία;

«Η αλήθεια είναι πως δεν το αποφάσισα και μάλιστα με την πεζογραφία. Η πληροφορία για ένα τραγικό γεγονός με παρακίνησε ως παιδί στα εννιά μου χρόνια να σκαρώσω το πρώτο μου ποίημα. Συνέχισα να γράφω για είκοσι χρόνια, ώσπου μια βροχή συμπτώσεων με ώθησε στην απόφαση να σταματήσω οριστικά τις ποιητικές δοκιμές. Ωστόσο, φαίνεται πως ο εθισμός στο γράψιμο παρέμενε. Έτσι στράφηκα στον πεζό λόγο, γράφοντας αυτό που καταχρηστικά θα λέγαμε διηγήματα. Δημοσίευα κάποιες μικρές ιστορίες στο μπλογκ μου με τον τίτλο “Του κανενός το ρόδο” (Die Nie-mandsrose στα γερμανικά). Από εκεί προέρχεται το λογοτέχνικο ψευδώνυμο στα “Φώτα στο βάθος”».

-Διαλέξατε να χρησιμοποιήσετε ψευδώνυμο, αλλά περάσατε στο πραγματικό σας όνομα…

«Το ψευδώνυμο στα μπλογκς ήταν φυσική συνθήκη. Έτσι, θεώρησα αναμενόμενο να εκδοθεί το πρώτο βιβλίο με το Niemands Rose με το οποίο με είχαν γνωρίσει. Όμως αυτό ήταν μάλλον μία απερισκεψία. Γιατί κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως καταχρώμαι τον στίχο ενός πολύ σπουδαίου μεταπολεμικού ποιητή, του Παούλ Τσελάν. “Του κανενός το ρόδο” είναι στίχος από τους Ψαλμούς του και τίτλος της ομώνυμης συλλογής στα ελληνικά. Από την άλλη, όταν άρχισα να συναντώ ανθρώπους σε βιβλιοπαρουσιάσεις και αλλού που με αποκαλούσαν Νίμαντζ Ρόουζ, όπως καταλαβαίνετε, δεν το ένιωθα και τόσο οικείο. Αποφάσισα λοιπόν να το εγκαταλείψω, αναγνωρίζοντας πως τώρα υπάρχει μια ασυνέχεια μεταξύ του πρώτου και δεύτερου βιβλίου. Ελπίζω να μην αποφασίσω να εγκαταλείψω και το ονοματεπώνυμό μου στο μέλλον…»

- Από την ποίηση στα διηγήματα κι από εκεί στο μυθιστόρημα. Ποιο είδος σάς εκφράζει περισσότερο;

«Μου αρέσει να πειραματίζομαι στο γράψιμο και αυτό έχει να κάνει με το ότι δεν εφησυχάζω ποτέ και για τίποτα. Είναι παραγωγικό αυτό αλλά και εξουθενωτικό. Το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο μου φαίνεται εντελώς φυσικό κι αναρωτιέμαι πώς δεν απαντάται τόσο συχνά. Όμως κάποια στιγμή οι κύκλοι κλείνουν. Πρέπει να έρχεται η στιγμή που αποφασίζεις αν θα μείνεις κάπου ή θα φύγεις. Λίγο πριν τα τριάντα μου, σε μία στιγμή αυτεπίγνωσης, κατάλαβα ότι δεν είμαι και δε θα γίνω ποτέ η ποιήτρια που θα ήθελα. Και κατέστρεψα ό,τι είχα ως τότε γράψει. Έτσι και με την πεζογραφία. Αν δω πως δεν έχω κάτι να πω, θα σταματήσω. Πρόσφατα ξεκίνησα να παρακολουθώ μαθήματα θεατρικής γραφής γιατί φλερτάρω εδώ και χρόνια με αυτό το είδος. Έχω γράψει ήδη δύο θεατρικά έργα. Πιστεύω πως μου ταιριάζει περισσότερο. Αλλά η ατραπός μέχρι την παράσταση είναι δύσβατη, ακανθώδης έως και ουτοπική».

-“Τα Φώτα στο βάθος” ανέβηκαν στο θέατρο.

«Πράγματι. Είχα την τύχη, ενώ δεν είχα καμία σχέση με τον χώρο του θεάτρου, να μου προταθεί από τον παραγωγό της Έβδομης Θύρας να δραματοποιηθούν κάποια κείμενα και να συγκροτήσουν μία παράσταση. Πράγματι, το ομώνυμο έργο ανέβηκε τη χειμερινή σεζόν του ’14 στο “Από Μηχανής Θέατρο”. Ήταν μία μαγική εμπειρία. Την περίοδο που άρχισε να παίζεται η παράσταση, ξεκίνησα να γράφω το επόμενό μου βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’80 σε μια λαϊκή προσφυγική γειτονιά».

-Το “Ανκόρ” σε ποιες συνθήκες γράφτηκε;

«Σε ιδανικές συνθήκες. Την εποχή που έγραφα αυτό το βιβλίο βρισκόμουν ως δημόσιος υπάλληλος σε άδεια μητρότητας. Που σημαίνει πως είχα χρόνο, χρήματα και “ένα δικό μου δωμάτιο” όπως λέει η Βιρτζίνια Γουλφ σε ένα δοκίμιό της για τη γυναίκα ως λογοτέχνιδα, να αφοσιωθώ στο κείμενο. Οι ιδανικές συνθήκες για τη συγγραφή και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία σπανίζουν ειδικά για εμάς τις γυναίκες».

-Η ιδέα για το “Ανκόρ” πώς προέκυψε;

«Ουσιαστικά δεν βασίζεται σε μία ιδέα. Και αυτό είναι η αρετή του και ίσως για κάποιους το μειονέκτημά του.

Το Ανκόρ δεν το διατρέχει μία κεντρική ιδέα, ένας θεματικός άξονας, αλλά μάλλον δύο, οι οποίοι τέμνονται. Από τη μία έχουμε την κύρια ιδέα, την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο φυσικό τέλος. Από την άλλη, συνυπάρχει η ιδέα του φασισμού ως ενσάρκωση του θανάτου. Ελπίζω πάντως πως το κείμενο είναι λιγότερο βαρύγδουπο από την περιγραφή που κάνω τώρα».

-Γράφετε κάτι άλλο αυτό τον καιρό;

«Πριν λίγες μέρες ολοκλήρωσα έναν θεατρικό μονόλογο με τον τίτλο: “Η αδελφή του Ουίλιαμ Σαίξπηρ”. Έχω σχεδόν ολοκληρώσει μία μαύρη κωμωδία, άτιτλη για την ώρα. Προχωράει, αν και με βραδείς ρυθμούς, το μυθιστόρημα που σας προανέφερα. Και πρόσφατα έστειλα στον εκδοτικό οίκο μια παιδική ιστορία “Το μυστήριο της χαμένης τηλεόρασης”. Εύχομαι να είχα περισσότερο ποιοτικό χρόνο για να έγραφα περισσότερο».

“Ανκόρ”

Ο κηπουρός και η αδέσποτη γάτα, ο Αμούρ και η Σουίτι, ο καουμπόι και η Φράου, η γυναίκα με το πι και ο άντρας με το γιώτα, το ξωτικό του δάσους κι ο ασπρομάλλης με τα άφιλτρα, ο μπαρμπέρης, το τζιτζίκι και η ζωγράφος, ο ερωτευμένος κύριος καθηγητής, το νυχτοπούλι κι ο μαχαιροβγάλτης, η αδελφή με την ηπειρώτικη προφορά, το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι και ο ηλικιωμένος με τους καταρράκτες, το χλομό πρόσωπο, ο μετανάστης από το Μπαγκλαντές.

Κι ένας αόρατος βιολιστής. Μπόνους τρακ ο νεκροθάφτης Σοπενχάουερ, που συνοδεύει τον υπέργηρο ναζί στην τελευταία του κατοικία.

Ένας ανομοιογενής θίασος από αφανείς ήρωες συμβιώνει στο δυστοπικό οικοσύστημα της ασθένειας και του τραύματος, συντροφιά με αδέσποτα ζώα, χρυσόψαρα, πεταλούδες, πουλιά, γάντια που χειρονομούν, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους, καρέκλες που θέλουν να δραπετεύσουν.

Όψεις της προσωπικής ιστορίας του καθενός αποκαλύπτονται μέσα από τη σχέση με τον άλλο, σε αλλεπάλληλα ντουέτα, συνθέτοντας ένα ασπρόμαυρο μουσικό παραμύθι με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, όπου το κακό δεν μπορεί παρά να ηττηθεί.

Ένα βιβλίο για την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο θάνατο, αλλά και στην «πολιτική» ενσάρκωση του θανάτου, το φασισμό.