Της Μαρίας Βρέντζου, δικηγόρου

(Της ομάδας 4frontal, σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη. Παίζουν: Ευαγγελία Καρακατσάνη, Ελένη Κουτσιούμπα, Αμαλία Νίνου, Αριστέα Σταφυλαράκη)

Μέσα στο πλαίσιο του τριήμερου «ΜΟΝΙΤΟΡ ΦΕΣΤ2016» φιλοξενήθηκε στην πόλη μας στο Πολιτιστικό Κέντρο Ηρακλείου η παράσταση «Οικογένεια Μπες-Βγες» της αθηναϊκής ομάδας 4frontal που εκτός των άλλων ασχολείται και με τη μεταφορά μη θεατρικών κειμένων στη σκηνή.

Δραματοποιώντας λοιπόν μία από τις ωραιότερες νουβέλες του προικισμένου Γιάννη Ξανθούλη που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1982 και αξιοποιώντας αρκετά πιστά τον ιδιαίτερο λόγο του, αφαιρώντας συγχρόνως ελάχιστα περιστατικά από την πλοκή, η ομάδα μας πρόσφερε ένα θεατρικό δρώμενο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από σατιρικό θρίλερ και μαύρη κωμωδία έως κοινωνικό σχόλιο «για πολλές εξέχουσες και μη ελληνικές φατρίες» όπως αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας.

Βασική ηρωίδα του έργου είναι η πεντάχρονη Σίσσυ Πουστοδούλου, κληρονόμος της μεγάλης βιομηχανίας προφυλακτικών «Μπες-Βγες» που ύστερα από τον δήθεν φυσικό θάνατο της μητρομανούς μητέρας της αντιλαμβάνεται πως ένας μανιακός δολοφόνος κυκλοφορεί στην τριώροφη έπαυλη της οικογένειας και θέλει να ξεπαστρέψει τα μέλη της. Οι μεγάλοι υποκρίνονται πως όλα είναι φυσιολογικά, όμως κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει την Σίσσυ που κρυφά απ’ όλους αναπτύσσεται με εκατονταπλάσια ταχύτητα απ’ το κανονικό και αν και βιολογικά μοιάζει με ένα μικρό κοριτσάκι, έχει το μυαλό πενηντάχρονης γυναίκας. Το ασυνήθιστο αυτό παιδί ορκίζεται εκδίκηση ενώ παράλληλα ζώντας σ’ ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον που διακρίνεται από σκληρότητα, έλλειψη αγάπης, μίσος και μοναξιά, προσπαθεί να προσεγγίσει τον εξοστρακισμένο ζιγκολό πατέρα της Άρη Φαγούρα, που ουσιαστικά την έχει εγκαταλείψει στο έλεος του φόβου και του τρόμου.

Εξ αφορμής αυτού του πατέρα από σπόντα που ούτε καν το όνομά του δεν της έχει κληροδοτήσει και που διαρκώς αναζητάει μέσα στο έργο η Σίσσυ, διακατεχόμενη από ένα έντονο οιδιπόδειο σύμπλεγμα αγάπης, πόθου, μίσους, επιθυμίας και αποστροφής, δίνεται η δυνατότητα να θιγούν θέματα όπως η εγκατάλειψη απ’ τον γονέα, ο υστερόβουλος υπολογισμός στις ανθρώπινες σχέσεις, το ξεπούλημα και η δουλικότητα απέναντι στο χρήμα. Εξάλλου, η οικογένεια Πουστοδούλου στο σύνολό της αποτελείται από ευυπόληπτα τέρατα της άρχουσας τάξης, με μοναδική αξία τους το συμφέρον.

Η σουρεαλιστική αυτή ιστορία αποδίδεται με λεπτό χιούμορ, υπαινιγμούς και έξυπνα δοσμένες «βρώμικες» λέξεις και χειρονομίες ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν εναλλάξ οι τέσσερεις γυναίκες ηθοποιοί που συμμετέχουν στην παράσταση, έχοντας μοιράσει ταυτόχρονα και όλους τους δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως την γκεσταπίτισσα Γερμανίδα γκουβερνάντα φράου Κίνσκι, τη θρησκόληπτη και πεινασμένη για σεξ θεία Φόλα, τον αλλοτριωμένο και ζάπλουτο παππού Πουστόδουλο, τη ρουφιάνα νοσοκόμα του Γιουλαλάμ Ευσταθιάδου και τις σιαμαίες κόρες του Αίγυπτο και Τανγκανίκα. Ιδιαίτερα ευφάνταστα τα ευκολοφόρετα κοστούμια που οι ερμηνεύτριες αλλάζουν σε κλάσματα του δευτερολέπτου αφού το έργο είναι πολυπρόσωπο, ενώ μέσα από μία σειρά σκηνοθετικών ευρημάτων η πεζογραφική δράση θεατροποιείται και καθηλώνει την προσοχή του θεατή, το δε σκηνικό στηρίζεται αποκλειστικά στην παρουσία μερικών κάδρων και ενός καναπέ. Τέλος, οι ερμηνείες είναι από άρτιες έως εξαιρετικές, αν και ιδιαίτερα δύσκολο αφενός να υποκρίνεσαι με τέτοια κινηματογραφική ταχύτητα τόσους ήρωες με διαφορετικό ψυχισμό και αφετέρου να διατηρείς τον ίδιο ρυθμό και ένταση τόσο στην αφήγηση όσο και στο από κοινού παίξιμο του ίδιου ρόλου.

Προς το τέλος του έργου, τα μυστικά και η υποκρισία της οικογένειας Πουστοδούλου ξεσκεπάζονται απ’ τη μικρούλα Σίσσυ, που ως άλλος τιμωρός προσφέρει κάθαρση απ’ τη σαπίλα ενώ λίγο πριν πέσει η αυλαία και έχοντας γεράσει μέσα στο σώμα ενός παιδιού, καταφέρνει επιτέλους να ανασύρει στην επιφάνεια την τόσο άδικα απολεσθείσα αθωότητά της.