
Της Λίλιαν Δαφερμάκη
Από το κακό στο χειρότερο εξελίσσεται η κατάσταση στους περιφερειακούς δήμους της Κρήτης, που βουλιάζουν στα προβλήματα της υποστελέχωσης και τα οικονομικά αδιέξοδα, γεγονός που έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη δημιουργία ενός νέου οργάνου που θα διεκδικήσει λύσεις στα μεγάλα ζητήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Η δημιουργία ενός νέου φορέα που θα αναδείξει τα προβλήματα των περιφερειακών δήμων σε πανελλαδικό επίπεδο, επανέρχεται καθώς εντείνεται η βαθιά δυσαρέσκεια των δημάρχων απέναντι στην πολιτική ηγεσία της Κεντρικής Ένωσης Δήμων (ΚΕΔΕ). Το όλο θέμα τέθηκε και στην τελευταία συνεδρίαση της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κρήτης, στην οποία τονίσθηκε ότι τη σημερινή πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στην αυτοδιοίκηση συνθέτει ένα σκηνικό δήμων διαφορετικών ταχυτήτων. Από τη μια υπάρχουν οι ισχυροί δήμοι που εισπράττουν και τις μεγαλύτερες επιχορηγήσεις και από την άλλη οι περιφερειακοί δήμοι που εισπράττουν ψίχουλα με τα οποία καλούνται να διαχειριστούν τα γιγαντωμένα προβλήματα της ελληνικής υπαίθρου. Όπως τονίσθηκε στη διάρκεια της συνεδρίασης, δυστυχώς η πολιτική ηγεσία της ΚΕΔΕ αναλώνεται σε μια λουδοβίκεια διαχείριση των προβλημάτων εστιάζοντας μόνο στα προβλήματα των ισχυρών οικονομικά δήμων, αφήνοντας επιδεικτικά στο περιθώριο όλα τα κρίσιμα ζητήματα που προσπαθούν να αναδείξουν οι δήμοι της περιφέρειας. Το θέμα της δημιουργίας ενός νέου οργάνου που θα εκπροσωπεί τους περιφερειακούς δήμους, είχε τεθεί και στο περελθόν, καθώς είχαν συγκεντρωθεί περισσότερες από 80 υπογραφές δημάρχων από όλη τη χώρα, οι οποίοι ζητούσαν να προχωρήσει η συγκρότηση του. Στην Κρήτη υπάρχει θετικό κλίμα στην κατεύθυνση αυτή, καθώς με εξαίρεση τους τέσσερις μεγάλους δήμους του νησιού, όλοι οι υπόλοιποι, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εξαιρετικά οδυνηρή πραγματικότητα υποχρηματοδότησης, φτώχειας και οικονομικής ανέχειας που δημιουργεί αδιέξοδα προβλήματα. Ο δήμαρχος Αρχανών Αστερουσίων, Μανόλης Κοκοσάλης, εξηγεί ότι ο στόχος της κίνησης αυτής δεν είναι να ανατραπεί η θεσμοθετημένη λειτουργία της ΚΕΔΕ αλλά ο νέος φορέας να λειτουργήσει μέσα στο πλαίσιο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων. Όμως είναι φανερό ότι, εάν συνεχιστεί επί μακρόν η συγκεκριμένη πολιτική της ηγεσίας της ΚΕΔΕ, μοιραία εξωθούνται τα πράγματα στα άκρα …
Εδώ και τώρα να αλλάξει η κατανομή των ΚΑΠ
Το κορυφαίο ζήτημα που προβάλλουν όλοι οι δήμοι είναι αυτό της επανεξέτασης των κριτηρίων χρηματοδότησης των δήμων από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ). Όπως είναι γνωστό, το βασικό κριτήριο για τη διάθεση των χρημάτων αυτών (που αποτελούν την πιο κρίσιμη οικονομική πηγή της αυτοδιοίκησης) είναι τα πληθυσμιακά κριτήρια. Αυτό πρακτικά σημαίνει, όπως εξηγεί ο κ. Κοκοσάλης, ότι ένας κεντρικός δήμος της Αθήνας θα εισπράξει πολλαπλάσια χρήματα από έναν δήμο της ενδοχώρας, μόνο και μόνο επειδή έχει περισσότερους κατοίκους. Πρόκειται για μια κατάφωρη αδικία, διότι οι κεντρικοί δήμοι δεν έχουν να αντιμετωπίσουν δομικά προβλήματα της ελληνικής υπαίθρου, όπως για παράδειγμα την ύδρευση, την άρδευση την αγροτική οδοποιία. Και βέβαια το σοβαρότερο όλων είναι ότι οι δήμοι της περιφέρειας μπορεί να έχουν λιγότερους κατοίκους, αλλά έχουν πολλαπλάσια γεωγραφική έκταση, άρα και μεγαλύτερο εύρος και όγκο προβλημάτων. Αντ΄αυτού αδικούνται κατάφορα από τα απαράδεκτα κριτήρια χρηματοδότησης των ΚΑΠ, που είναι κομμένα και ραμμένα στις ανάγκες των ισχυρών οικονομικά δήμων.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι είναι επιτακτική ανάγκη να γίνεται δίκαιη κατανομή των πόρων με διαφορετικά κριτήρια, που θα λαμβάνουν υπόψη τους και την έκταση του κάθε Δήμου, την ορεινότατα, τη γεωγραφική τους θέση και την ανάγκη στήριξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το πρόβλημα πρέπει να βγει στο προσκήνιο, καθώς μετά τον οικονομικό ακρωτηριασμό των χρηματοδοτήσεων της αυτοδιοίκησης, οι Δήμοι της ενδοχώρας βαδίζουν μέσα από μια ισορροπία του τρόμου, που όμως δεν οδηγεί πουθενά.
Είναι τραγικό και απαράδεκτο να χρεώνονται ευθύνες στους δήμους χωρίς τους αντίστοιχους πόρους κάτι που βάλλει ευθέως στο κύρος και την αξιοπιστία του φορέα της αυτοδιοίκησης, που θα πρέπει με κάθε τρόπο να περιφρουρηθεί και να στηριχθεί για να μπορούν οι ΟΤΑ να επιτελέσουν το ρόλο τους ως την πιο κοντινή εξουσία στον πολίτη.

