Του Μιχάλη Καβουλάκη *
Οι Τσάμηδες προκαλούν προβλήματα στην εξωτερική μας πολιτική, γιατί επηρεάζουν τις εκάστοτε αλβανικές αρχές να εγείρουν αξιώσεις επί των ελληνικών εδαφών.
Οι Τσάμηδες κατοικούσαν στην Τσαμουριά, που ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία ενώ ένα μικρό τμήμα ανήκει στην Αλβανία.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών οι Τουρκαλβανοί της Θεσπρωτίας οι επονομαζόμενοι και Τσάμηδες παρέμειναν στη Θεσπρωτία, διότι δήλωναν ότι είναι Έλληνες και δεν επιθυμούν την ανταλλαγή. Οι Τσάμηδες αριθμούσαν τότε 18.000 άτομα, ασχολούνταν με τη γεωργία και κατείχαν τα καλύτερα κτήματα της περιοχής.
Το ελληνικό κράτος τους ανεχόταν και τους παρείχε αφειδώς τα αγαθά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης και της στοργής προς αυτούς.
Αυτοί όμως εκμεταλλευόμενοι την φιλελεύθερη θέρμη της χώρας μας συνέχιζαν τις συνωμοτικές ενέργειες για την ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στην Αλβανία.
Την επιδίωξη αυτή ενίσχυαν και υποδαύλιζαν οι εκάστοτε αλβανικές κυβερνήσεις. Η ευρισκόμενη πλησίον των ελληνοαλβανικών συνόρων πόλη των Φιλιατών είχε καταστεί το κέντρο της χρησιμοποιούμενης στη Θεσπρωτία αλβανικής προπαγάνδας.
Οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας δεν παρέλειπαν καμία ευκαιρία για να εκδηλώσουν τα ανθελληνικά τους αισθήματα. Έτσι, κατά τον μήνα Μάιο του 1917, όταν τα ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Θεσπρωτία οι Τσάμηδες της περιοχής οπλισθέντες αποτέλεσαν τμήματα του ιταλικού στρατού και στράφηκαν κατά των Ελλήνων. Ύψωσαν στην περιοχή την αλβανική σημαία και εξόρισαν τις ελληνικές αρχές.
Όταν κατά την επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο ελληνικός στρατός υποχώρησε στο νότιο τομέα οι Τσάμηδες αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή του ιταλικού στρατού. Με την αντεπίθεση του ελληνικού στρατού και την υποχώρηση των Ιταλών οι ένοπλοι Τσάμηδες πυροβολώντας από τα νώτα τα προελαύνοντα ελληνικά τμήματα προξένησαν μεγάλες ζημιές σ’αυτά.
Κατά την Κατοχή τάχθηκαν ανεπιφύλακτα στο πλευρό του ιταλικού στρατού με την ελπίδα ότι θα αποσπάσουν και θα ενσωματώσουν τη Θεσπρωτία στο αλβανικό κράτος.
Στα τρία χρόνια της Κατοχής βοήθησαν με ένοπλα τμήματα τους Ιταλούς και αργότερα τα γερμανικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων ανταρτών.
Προέβησαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε ανομολόγητα εγκλήματα κατά του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Οι αναρίθμητοι φόνοι και βιασμοί των γυναικών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών, η κλοπή ποιμνίων και άλλων κινητών πραγμάτων ήταν συνηθισμένες και καθημερινές πράξεις. Μεταξύ άλλων φόνευσαν και τον νομάρχη Θεσπρωτίας.
Στις 29-9-43 ύστερα από απόφαση της τσάμικης ηγεσίας αποφασίζεται ο αποκεφαλισμός των κατοίκων της περιοχής, με αποτέλεσμα να εκτελεστούν σαράντα εννέα συλληφθέντες.
Για τον αφελληνισμό της Θεσπρωτίας προσπάθησαν να αντικαταστήσουν την ελληνική γλώσσα με την αλβανική.
Μεταβληθέντες σε τυφλά όργανα της ιταλικής κατασκοπείας προέβησαν σε παρακολουθήσεις και καταδόσεις Χριστιανών.
Ο Εμβέρ Χότζα της Αλβανίας προσέφυγε στα Ηνωμένα Έθνη και ζητούσε την επαναφορά της Θεσπρωτίας, αίτημα που συνεχίζεται από όλες τις αλβανικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα. Τα εγκλήματα των Τσάμηδων έχουν καταδικαστεί από την Ελληνική Δικαιοσύνη και την διεθνή κοινή γνώμη.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αλβανία 18.000 Τσάμηδες συναισθανόμενοι τις συνέπειες από τη συμπεριφορά τους στη διάρκεια της Κατοχής κατέφυγαν στην Αλβανία, ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 123 άτομα.
* Ο Μιχ. Γ. Καβουλάκης είναι φιλόλογος, πρ. λυκειάρχης

