Του Κ. Εμμ. Λιοδάκη ιεροκύρυκος

Η παραβολή του άφρονος πλουσίου είναι ένας μεγάλος καθρέπτης που μέσα σ' αυτόν βλέπουμε τώρα και δύο χιλιάδες χρόνια τη ματαιότητα και την πλεονεξία του ανθρώπου. Τα χρόνια περνούν και καθώς ο ένας χρόvος διαδέχεται τον άλλο, οι άνθρωποι παραμένουν πάντα οι ίδιοι. Από γενεά σε γενεά η πλεονεξία του άφρονος πλουσίου μεταδίδεται και σαν φοβερή επιδημία έχει προσβάλει τους ανθρώπους όλων των εποχών. Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια φοβερή τάση να οικοδομούν τον παλιαό κόσμο.

Ποθούν όσο είναι δυνατόν να συσσωρεύουν στον κόσμο αυτόν περισσότερα υλικά αγαθά σαν να έχουν υπογράψει με τον Θεό ένα συμμβόλαιο που να τους λέει πως δεν θα πεθάνουν ποτέ. Φαίνεται ξεκάθαρα πως το πολύ χρήμα είχε δημιουργήσει και στο πλούσιο του Ευαγγελίου μια τέτοια πόρωση που δεν έβλεπε τίποτα άλλο παρά πώς να κάμει πιο ευρύχωρες αποθήκες για να βάλει όσο είναι δυνατόν πιο πολλά αγαθά. Αυτό το κατάφερε πολύ εύκολα. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Ένα πράγμα όμως δεν μπόρεσε να κάμει. Να θρέψει την ψυχή του όπως αυτός νόμιζε με τα άφθονα υλικά αγαθά του. Ξεχνούσε πως η ψυχή τρέφεται μόνο με Ουράνια τροφή.

Και τότε ακριβώς που όλα πίστευε πως είναι έτοιμα, μια αυστηρή φωνή ακούστηκε να του λέει: «Αφρον ταύτη τη νυκτί την ψυχή σου απαίτουσι απόσου α δε ητοίμασας τίνι εσταί; Λουκ. Ιβ' 20». Ήταν η φωνή του Θεού που τον έλεγχε. Αλήθεια! Πόσοι άνθρωποι και στη δική μας εποχή, αλλά και σε κάθε εποχή δεν υδροκοπούν, δεν κουράζονται. Περνούν ολόκληρες νύχτες δίχως να κλείσουν μάτι για να κερδίσουν χρήματα. Κινητά και ακίνητα, μιμούμενοι κατά γράμμα τον δύστυχο άφρονα του σημερινού) Ευαγγελίου.

Και τώρα εδώ να κάνουμε μια διευκρίνιση: ποτέ βέβαια ο Θεός δεν καταδικάζει την εργασία και τα τίμια υλικά αγαθά διότι σύμφωνα με τη διακήρυξη του Παύλου «ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω. Β' Θες. Γ' 10». Καταδικάζει όμως την κακή χρήση των υλικών αγαθών. Αμυαλε άνθρωπε, ξέχνας πως τρεις θανάσιμοι εχθροί σε απειλούν στη ζωή σου; Ο θάνατος, οι κλέφτες και πολλές φορές οι κληρονόμοι; Οι λογικοί άνθρωποι κατά τον Ιάκωβο ποτέ δεν προγραμματίζουν τι θα κάνουν σήμερα ή τι θα κάνουν αύριο. Επιβάλλεται λοιπόν να δούμε με πόση αυστηρότητα συνιστά σε όλες τις εποχές να μη προγραμματίζουν οι άνθρωποι το μέλλον τους «Αγε νυν οι λέγοντας σήμερον και αύριον πορευσόμεθα εις την δε την πόλιν και ποιήσομεν εκεί ενιαυτόν ένα και εμπορευσόμεθα και κεδρήσομεν οιτινες ουκ επίστασθε το της αύριον. Ποία γαρ η ζωή υμών; Ατμίς γαρ έσται προς ολίγον φαινομένη, έπειτα δε και αφανιζόμενη. Αντι του λέγειν υμάς, εάν ο κύριος θελήσει και ζήσομε και ποιήσομεν τούτο ή.εκείνον». Ιακώβ δ' 13-15. Ο δε Λουκάς πολύ παραστατικά μας επενθυμίζει: «Πεινώντα ενέπλησεν αγαθών και πλούτουντας εξαπέστειλε κενούς». Λουκ α' 53. Αλλά και ο Απ. Παύλος γράφει σαν στοργικός πατέρας εκεί στη μακρινή Έφεσσο στον Τιμόθεο να υπενθυμίζει στους πλουσίους όλων των «Οι δε βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν». Α' Τιμοθ. Στ' 9. Τον παρακαλεί ακούραστα να επαναλαμβάνει και να προτρέπει τους Ανθρώπους: «τοις πλουσίοις εν τω νυν αιώνι παράγγελε μη υψηλοφρονείν, μήδε ηλπικέναι επί πλούτου οδηλότητι, αλλ' εν τω Θεώ τω ζώντι, τω παρέχοντι τημίν πάντα πλουσίως εις απόλαυσιν». Α' Τιμοθ. Στ' 17.