
Στην επιστολή του κάνει λόγο για όπλο της «17 Νοέμβρη» και σημαντικά χειρόγραφα που «εξαφανίστηκαν» από το σπίτι-γιάφκα που είχε βρεθεί το 2002, αλλά και για καταθέσεις που μπήκαν στο αρχείο και συμμετοχή σε ανθρωποκτονίες που «έκαιγαν» συγκεκριμένα πρόσωπα και μία ομάδα 8 ατόμων.
Ο Αλ.Γιωτόπουλος μιλάει για πρώτη φορά για στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε, όπως υποστηρίζει, με τη βοήθεια ενός συγκρατούμενού του, ενώ αφήνει αιχμές για το όπλο-σφραγίδα της «17Ν», το περιβόητο 45άρι.
«Σε σπίτι-γιάφκα της 17Ν που αποκαλύφθηκε το 2002 υπήρχε ένα όπλο που “έκαιγε” ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Το όπλο αυτό δε βρέθηκε. Ποιος το εξαφάνισε; Οι μυστικές υπηρεσίες; Κάποιος από τους συλληφθέντες που συνεργάστηκε με τις αρχές;». Παράλληλα υποστηρίζει ότι υπήρξε πλεκτάνη σε βάρος του από αυτή την ομάδα ανθρώπων που ενορχήστρωσαν μαζί με ξένες και εγχώριες μυστικές υπηρεσίες την καταδίκη του ως αρχηγού της τρομοκρατικής οργάνωσης. Ο Αλ. Γιωτόπουλος υποστηρίζει ότι αποφάσισε να συντάξει την επιστολή «αναμένοντας παράλληλα για τη δημοσιοποίησή του άλλους τρεις μήνες μήπως και δεήσουν να μου απαντήσουν» στη δεύτερη αίτηση αποφυλάκισής του που κατέθεσε στις 18 Μαρτίου. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, ο Γιωτόπουλος επανέρχεται και απαριθμεί σημεία και τέρατα που συνέβησαν κατ' αυτόν στις τρεις δίκες της «17Ν» και οδήγησαν στην καταδίκη του. Μάλιστα, στην επιστολή του αναφέρει ότι για όλους τους παραπάνω λόγους δεν του χορηγούν άδεια επί 6 χρόνια, μολονότι τη δικαιούται, και αρνούνται να τον αποφυλακίσουν. «Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης μου μου έγιναν προτάσεις να υπογράψω συμφωνία και απάντησα “εγώ, συμφωνίες δεν υπογράφω”» αναφέρει.
“Ξένες Μυστικές Υπηρεσίες”
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος κάνει λόγο για πλεκτάνη σε βάρος του και μεταξύ άλλων υποστηρίζει: “Την πλεκτάνη αυτή σχεδίασαν και οργάνωσαν οι μεγάλες ξένες μυστικές υπηρεσίες τις οποίες απομυθοποίησαν το Γκουαντάναμο αλλά και η κινηματογραφική ταινία «Στο όνομα του Πατρός», που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Με τη συναίνεση βέβαια της πολιτικής ηγεσίας και των δύο πρώην μεγάλων πολιτικών κομμάτων της χώρας. Την πρακτική εκτέλεσή της, ανέλαβαν ο τότε Υπουργός Δημόσιας Τάξης και ο τότε Εισαγγελέας για την Τρομοκρατία. Γι’ αυτό και απολαμβάνουν μέχρι σήμερα μιας ιδιότυπης ασυλίας για τις πράξεις τους αλλά και για τους λόγους τους, όσο εξωφρενικοί κι αν είναι. Την πλεκτάνη αυτή συνέχισαν να την εκμεταλλεύονται μέχρι πρότινος. Πριν από 2 ή 3 χρόνια το Στέητ Ντιπάρτμεντ εξέδιδε ανακοινώσεις για ασύλληπτα μέλη της 17Ν και για κίνδυνο αναζωπύρωσης της τρομοκρατίας. Αποσιωπώντας βέβαια ότι όχι μόνο τους γνώριζαν όλους, αλλά και ότι ήταν αυτοί -ακριβέστερα η CIA- που απεφάσισαν να μην τους συλλάβουν. Κι ότι ήταν ακίνδυνοι αφού τους είχαν καταστήσει ομήρους στα χέρια τους, εκβιάζοντάς τους. Αν είχαν συλληφθεί η Δίκη θα έπαιρνε άλλη τροπή. Η διαδικασία θα είχε τελείως άλλη πολιτική κατεύθυνση και ίσως η Δίκη να ήταν δίκαιη. Τέλος η απόφαση για αρκετούς απ’ τους κατηγορουμένους αλλά και για μένα, θα ήταν τελείως διαφορετική”.

