Του Εμμανουήλ Λιοδάκη, ιεροκήρυκος

Σ' ένα από τα πολύπλοκα προβλήματα που απασχόλησαν και απασχολούν τον άνθρωπο, το μυστήριο του θανάτου, δίνει λύση σήμερα ο Χριστός, ο Αρχηγός της ζωής, με την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου. Τι είναι ο θάνατος που πηγαίνουν οι ψυχές, πώς χωρίζεται η ψυχή από το σώμα; Όλα αυτά τα ερωτήματα απασχολούν τους ανθρώπους όλων των εποχών. Ο υλισμός διακηρύττει ότι ο θάνατος είναι εκμηδένιση και μετά από τον θάνατο όλα τελειώνουν. Η Ορθόδοξη Χριστιανική όμως Εκκλησία, η Εκκλησία δηλαδή της Αναστάσεως, γνώριζε, πίστευε και διακηρύττει ότι ο θάνατος είναι πράγματι το τέλος του βίου. Είναι όμως η αρχή της ζωής. Το σώμα μένει εδώ στη γη, γιατί από εδώ προήλθε, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού. Η ψυχή όμως φεύγει και πηγαίνει εκεί που ανήκει. Και όταν θα έρθει η ημέρα της Αναστάσεως των νεκρών αυτή, σύμφωνα με την υπόσχεση του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων Πάτερων και συγκεκριμένα με τον Ιερό Χρυσόστομο, θα επανέλθει με ένα άλλο σώμα νέο, όμοιο με αυτό του αναστημένου Χριστού, που δεν θα υπόκειται πια στη φθορά και στον θάνατο. Με πολλή ενθάρρυνση βλέπω μια σκηνή με σήμερα, όταν ο Ιησούς με μια του μόνο εντολή "η παις εγείρου η ψυχή η οποία είχε χωριστεί από το σώμα επιστρέφει και η μονάκριβη κόρη του Ιαείρου επανέρχεται στη ζωή. Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι θάνατος. Όπως και η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό είναι θάνατος. Αυτό δηλαδή που έκαναν οι πρωτόπλαστοι. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να ζει αιώνια, άφθαρτος και αθάνατος. Ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο από τον φθόνο του διαβόλου μετά την παρακοή, δηλαδή την πτώση των πρωτοπλάστων. Από τότε ο θάνατος έγινε εχθρός του ανθρώπου (Α' Κορ. 1ε' 26). Γι' αυτό ήρθε ο Χριστός ο οποίος με τον δικό του θάνατο αναδείχθηκε νικητής του θανάτου. Αυτό το αναστημένο σώμα του Χριστού φορεί κάθε χριστιανός βαπτιζόμενος. Γι' αυτό μας διαβεβαιώνει η Εκκλησία μας στη βάπτιση: "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε" (Γαλ. γ’ 27). Σήμερα επιθυμώ να διαβεβαιώσω τους αγαπητούς μας αναγνώστες που ίσως πολλοί γογγύζουν και λένε, μα γιατί Ο Θεός έδωσε το θάνατο. Αναφέραμε πιο πάνω ότι ο Θεός δεν έδωσε στον άνθρωπο τον θάνατο, αλλά εισήλθε στον κόσμο από το φθόνο του διαβόλου, μετά την πτώση ο Θεός “θάνατον ουκ εκποίησεν, ουδέ τέρπεται επ’ απωλεία ζώντων" (Σοφ. Σολ. ο13). Όπως όμως κι αν έχουν τα πράγματα, ο Χριστός με τη θυσία Του νίκησε τον θάνατο και μας πληροφορεί ότι: "Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται. (Ιωάν. ια' 26). Για να ξεπεράσουμε κι εμείς τον φόβο του θανάτου, ας αναζητήσουμε όπως ο Ιάειρο τον Ιησού και Αυτός θα μας πει, όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο φύγει από κοντά μας, ότι «ουκ απέθανε, αλλά καθεύδει».

Γι' αυτό αδελφοί μου, μην αφήσουμε τον πόνο του θανάτου όπως κάνουν ορισμένοι να μας χωρίσει οπό την αγάπη του Χριστού εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αντίθετα με αυτούς που δεν πιστεύουν και δεν έχουν ελπίδα, πρέπει να πιστεύουμε και μαζί με τον Aπ. Παύλο να λέμε ότι: "εάν τε ουν ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν του Κυρίου εσμέν". (Ρωμ. ιδ' 8). Σύμφωνα λοιπόν με αυτά που προηγήθηκαν, στον χριστιανό δεν ταιριάζουν οι θρήνοι και οι οδυρμοί. "Ει εν τη ζωή τούτη ηλπίκοτες εσμέν εν Χριστώ μόνον, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν" (Α' Κορ. ιε' 19). Ο θάνατος, μετά την Ανάσταση του Χριστού, είναι ύπνος.