Του Μανώλη Ροδιτάκη*

Ας μου επιτραπεί λοιπόν, μ’ όλο τον απαιτούμενο προς τους θεσμούς της χώρας μας σεβασμό, να εκφράσω τη λύπη μου για τη στάση και συμπεριφορά της ηγεσίας της πατρίδας μας, πολιτικής και θρησκευτικής, σε πολλά και κρίσιμα προβλήματα που ζει τα τελευταία χρόνια ο τόπος μας και συγχρόνως να σχολιάσω αυτή τη στάση και συμπεριφορά σε προβλήματα που εγώ θεωρώ πολύ σημαντικά και κρίσιμα για την επιβίωση του έθνους μας και της Ορθόδοξης πίστης μας, δύο έννοιες που στην περίπτωση του ελληνικού έθνους πάνε πάντα μαζί και δεν μπορούν να νοηθούν χωριτά η μια από την άλλη.

Η λύπη, που πιο πάνω εξέφρασα, κυριολεκτικά με πνίγει κάθε φορά που εμφανίζεται κάποιο σημαντικό εθνικό γεγονός και απαιτεί τη δική του, την πρέπουσα, την έξυπνη και ξεχωριστή αντιμετώπιση εκ μέρους των υψηλόβαθμων οργάνων της πολιτείας και της εκκλησίας μας και αντί αυτής της αντιμετώπισης έχουμε στάση ή αντίδραση χλιαρή, ανούσια, χιλιοσυνηθισμένη και φτωχή, χωρίς αντίκρυσμα και περιεχόμενο με αποτέλεσμα να μην μας υπολογίζει κανείς, να αποθρασύνονται οι αντίπαλοί μας και να καθιστούμε τους ξένους αδιάφορους, απληροφόρητους και ψυχρούς απέναντί μας.

Τα σημαντικότερα των προβλημάτων μας είναι σ’ όλους μας γνωστά: Η επιχειρούμενη ισλαμοποίηση της πατρίδας μας, οι απειλές και η επιθετικότητα των γειτόνων μας. Ο Ερντογάν θέλει τη Θράκη μας και τα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας αλλά τελευταία και τη Θεσσαλονίκη μας. Οι Αλβανοί ονειρεύονται την Ήπειρό μας (δεν τους φθάνει που καταβρόχθησαν την Βόρειο Ήπειρό μας). Οι Σκοπιανοί έτοιμοι να καταπιούν τη Μακεδονία μας. Ακόμα και... οι Ιταλοί έχουν λέει βλέψεις στα Ιόνια νησιά μας. Βλέπετε; “Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται”! Δεν αναφέρομαι στην οικονομική κακομοιριά μας ή στα άλλα εσωτερικά μας ποβλήματα. Αυτά κάποτε ελπίζω να τα λύσουμε μοναχοί μας. Αναφέρομαι στα εθνικά εξωτερικά μας προβλήματα, που θεωρώ σπουδαιότερα και απείρως κρισιμότερα από τα εσωτερικά. Ας ξαναγυρίσουμε στο κύριο θέμα μας, δηλαδή της στάσης και της συμπεριφοράς της ηγεσίας μας στα εθνικά μας θέματα, σχολιάζοντας και προτείνοντας λύσεις.

Ποιος λ.χ. Έλληνας εγκρίνει τη στάση και τη σιωπή των εκπροσώπων της Εκκλησίας μας στην επιχειρούμενη αποχριστιανοποίηση και ισλαμοποίηση της πατρίδας μας;

Ποιος Έλληνας π.χ. ένιωσε υπερήφανος ή δικαιολόγησε τον Αρχιεπίσκοπο της Ελλάδας, όταν αυτός επισκέφτηκε Μουσουλμάνους μετανάστες χωρίς τον εγκόλπιο Σταυρό του; Σαν τι ήθελε να τους δείξει; Μήπως ότι για το χατήρι τους είναι έτοιμος να πετάξει το ράσο του; Ή μήπως ότι αντικρίζοντάς τους υποκλίνεται μπροστά τους και προσκυνά τον Αλλάχ;

Έρχομαι τώρα στην επικαιρότητα. Θα περιοριστώ σε ένα και μόνο γεγονός που έχουμε βαρεθεί να ακούμε στις εθνικές μας επετείους και όχι μόνο σ’ αυτές, αφού κάθε φορά που ο οποιοσδήποτε από τους καλούς μας γείτονες εκφράζει το μεγαλοϊδεατισμό του σε βάρος της χώρας μας, με τον ίδιο τρόπο αντιδρούμε.

Άκουσα λοιπόν και φέτος με την ευκαιρία του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου 1940, όλους τους ταγούς της πολιτείας μας να λένε, να δηλώνουν και να στέλνουν τα ίδια, χιλιοειπωμένα μηνύματα, με διαφορετικά ή και τα ίδια λόγια ο καθένας τους, ότι δηλαδή η εθνική μας κυριαρχία είναι αδιαπραγμάτευτη, ότι δεν διεκδικούμε από κανένα τίποτε, αλλά δεν πρόκειται να παραδώσουμε και σε κανένα ούτε σπιθαμή ελληνικού εδάφους, ότι η τήρηση των κανόνων των διεθνών συνθηκών και του διεθνούς δικαίου πρέπει να είναι απ’ όλους σεβαστή κ.τλ. κ.τλ. Όλα αυτά είναι καλά και ορθά, αλλά δεν αρκούν. Εξάλλου είναι συνηθισμένα και γνωστά, άρα βαρετά και αδιάφορα όχι μόνο στους ξένους και στους αντιπάλους μας, αλλά και στους ανθρώπους του λαού μας. Θα με ρωτήσει ίσως κάποιος από τους αναγνώστες του παρόντος σχολίου μου: Καλά, εσύ, σαν τι είδους μήνυμα ή ποια στάση και αντίδραση θα ήθελες να ακούσεις ή να δεις από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας λ.χ. ή τον πρωθυπουργό μας σ’ αυτές τις περιπτώσεις;

Απλά, θα ήθελα κάποτε να ακούσω και ένα μήνυμα σαν το παρακάτω, που να ακουστεί σ’ όλη τη γη, για να μάθουν και οι ανιστόρητοι ή απληροφόρητοι ξένοι τι συμβαίνει στη γειτονιά μας. Θα έστελνα λοιπόν, προς κάθε κατεύθυνση το ακόλουθο μήνυμα: Κύριοι, εσείς, όσοι επιβουλεύεσθε την εδαφική μας ακεραιότητα, είστε το λιγότερο τυχοδιώκτες και ανιστήρητοι. Αγνοείτε φαίνει ή σκόπιμα ξεχνάτε ότι στα εδάφη που σήμερα κατοικείτε, ήλθαν οι πρόγονοί σας πολύ μετά από μας, άλλοι ως φιλοξενούμενοι και άλλοι ως κατακτητές μας: Θυμηθείτε ότι το μέγιστο μέρος της βαλκανικής αλλά και ολόκληρη η μικρασιατική χερσόνησος ήσαν ανέκαθεν, από αρχαιοτάτων χρόνων, εδάφη ελληνικά, στα οποία και εγκατασταθήκατε, όπως και πιο πάνω είπα, άλλοι ειρηνικά και με την ανοχή μας και άλλοι με τα όπλα σας ως κατακτητές μας. Ειδικά, στον πράγματι ανιστόρητο, αλλά και ανόητο Ερντογάν θα έλεγα, για να το μάθει όλη η υφήλιος: Κύριε Ερντογάν, μάθε επιτέλους ότι τα εδάφη στα οποία κατοικεί σήμερα ο ελληνικός λαός, αλλά και ο δικός σου λαός, ο τουρκικός, υπήρξαν ανέκαθεν, από αρχαιοτάτων χρόνων, ελληνικά και ότι ο δικός σου ο λαός ήλθε στην περιοχή μας από τα βάθη της Ασίας κατά τα τέλη της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας όχι ειρηνικά αλλά ως ΚΑΤΑΚΤΗΤΗΣ, όπως ήρθαν στην Ελλάδα το 1940 οι Ιταλοί και το 1941 οι Γερμανοί και ότι κατέκτησε ο λαός σου τα εδάφη μας σφάζοντας και καίγοντας, χωρίς να του τα παραδώσει κάποιος των Ελλήνων προσφορικά ή γραπτά, υπογράφοντας δηλαδή με τον πορθητή σας Μωάμεθ κάποια συνθήκη. Επομένως αν κάποιος στην περιοχή μας έχει το δικαίωμα να διεκδικεί εδάφη, αυτός είναι ο ελληνικός λαός και όχι ο τουρκικός ή ο οποιοσδήποτε άλλος. Αν λοιπόν, κ. Ερντογάν, εσύ δεν σέβεσαι τη συνθήκη της Λωζάννης, που υπέγραψαν πριν από 100 χρόνια οι πρόγονοί σου και ήταν πολύ αυστηρή και άδικη πραγματικά για την Ελλάδα, γιατί εμείς να σεβαστούμε το γεγονός ότι ήλθατε στον τόπο μας ως κατακτητές πριν από 500 χρόνια; Μήπως υπογράψαμε κάτι το δεσμευτικό για την παράδοσή μας; Γιατί λοιπόν κι εμείς οι Έλληνες να μην διεκδικούμε την ανατολική Θράκη και ολόκληρη τη Μικρασία; Ξεχνάς ότι πρωτεύουσά μας για 1000 ολόκληρα χρόνια ήταν η Κωνσταντινούπολη; Ισχυρίζεσαι ακόμη, κ. Ερντογάν, χωρίς να κοκκινίζεις, ότι τα νησιά μας του Ανατολικού Αιγαίου είναι δικά σας. Αν είναι έτσι, γιατί το 1821 ξεσηκώθηκαν όλα ενάντιά σας και, πολύ περισσότερο, γιατί τα καταστρέψατε, σφάζοντας και καίγοντας; Έχετε διαβάσει τίποτε για την καταστροφή της Χίου; Την καταστροφή των Ψαρών; Της Κάσου; Τα επαναστατικά γεγονότα στη Μυτιλήνη και στο λιμάνι της Ερεσού; Τις αλλεπάλληλες και άγριες σφαγές των Χριστιανών της Κρήτης;

Απ’ όλα τα παραπάνω προκύπτουν ακόμα και τα εξής: Με την Κύπρο και τη Βόρεια Ήπειρο σκλαβωμένες, είναι το λιγότερο ηλίθεια η φράση που εκστομίζουν κάθε τόσο οι ηγέτες μας: “Δεν διεκδικούμε τίποτε.“ Ηλίθια και ανιστόρητη είναι κατά τη γνώμη μου και η φράση “Ανήκουμε στη Δύση”. Δηλαδή είμαστε, σε κάθε περίπτωση, δεδομένοι και άρα δεν χρειάζεται να ασχολείται κανείς μαζί μας. Πόσο ηλίθια είναι η θέση μας αυτή και πόσο κακό μας έκανε στην ιστορική μας πορεία, επιφυλασσόμαστε να το αποδείξουμε άλλη φορά, με επιχειρήματα και ιστορικά στοιχεία.

Κλείνοντας το σχόλιό μου θα ήθελα να επαναλάβω και να τονίσω ότι σε κάθε περίπτωση χλιαρές, τετριμμένες και ανούσιες δηλώσεις, στάσεις και συμπεριφορές των ηγετών μας στα εμφανιζόμενα εθνικά θέματα και προβλήματα ούτε νουθετούν ούτε χαμπαρίζουν τους θρασείς γείτονές μας, αλλά αφήνουν και τους ξένους λαούς και τους ηγέτες τους όχι μόνο ψυχρούς και αδιάφορους απέναντί μας, αλλά κυρίως απληροφόρητους σ’ ό,τι αφορά το δίκιο μας και την ιστορία της περιοχής μας.

* ο Μανώλης Γ. Ροδιτάκης είναι τ. εκπαιδευτικός και πτυχιούχος πολιτικών επιστημών