
Αυτή την εβδομάδα, η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία.
THE BEATLES: EIGHT DAYS A WEEK- THE TOURING YEARS
Σκην.: Ρον Χάουαρντ
Μουσικό ντοκιμαντέρ που χρησιμοποιεί σπάνιο αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό, για να αφηγηθεί τη δραστηριότητα του δημοφιλέστερου κι εμπορικότερου μουσικού συγκροτήματος στην ιστορία της μουσικής, των Beatles απ’ το Λίβερπουλ.
Πριν από δύο εβδομάδες είχα γράψει ακόμη μια φορά για το πόσο ‘χλιαρός’ σκηνοθέτης πιστεύω ότι είναι ο Ρον Χάουαρντ, με αφορμή την τελευταία του, απελπιστικά βαρετή ταινία μυθοπλασίας, «Inferno». Δεδομένου ότι τα ντοκιμαντέρ κρίνονται με πολύ διαφορετικά κριτήρια, με κυριότερο το υλικό τεκμηρίωσής τους, ίσως ο σκηνοθέτης θα πρέπει ν’ αλλάξει είδος και ν’ αφιερωθεί μόνο σ’ αυτά, αφού εδώ καταφέρνει να φτιάξει ένα διεισδυτικό και διασκεδαστικό πορτρέτο για ένα από τα θεμελιωδέστερα κεφάλαια του σύγχρονου παγκόσμιου λαϊκού πολιτισμού.
Πλούσιο υλικό από το παρασκήνιο και το προσκήνιο της δράσης του συγκροτήματος, πρώτη φορά στο φως και ψηφιακά αποκατεστημένο, σε συνδυασμό με καινούριες συνεντεύξεις των δύο εναπομεινάντων μελών, Πωλ Μακάρτνεϊ και Ρίνγκο Σταρ, περιγράφουν τον σχηματισμό και την άνοδο του συγκροτήματος που άλλαξε την ιστορία της μουσικής και τον χώρο του θεάματος, συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της νεανικής κουλτούρας και χάρισε στον κόσμο δεκάδες πανέμορφων τραγουδιών. Σημαντικό επίσης, ότι η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη, επιφυλάσσοντας ένα δώρο γι’ αυτούς που θέλουν ν’ απολαύσουν το συγκρότημα σε δράση, καθώς μετά από το τέλος του ντοκιμαντέρ, ακολουθεί ένα ημίωρο απόσπασμα από τη συναυλία των Beatles στο στάδιο Shea της Νέας Υόρκης το 1965, την οποία παρακολούθησαν πάνω από 55.000 άτομα.
DOCTOR STRANGE
Σκην.: Σκοτ Ντέρικσον
Πρωτ.: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, Τίλντα Σουίντον, Τσούετελ Έτζοφορ, Μαντς Μίκελσεν
Ο Στίβεν Στρέιντζ είναι ένας νευροχειρουργός που τραυματίζεται εκτεταμένα σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, και ταξιδεύει στο Νεπάλ αναζητώντας μια μυστική κοινότητα που θα τον βοηθήσει στη θεραπεία του. Αυτό που θα του προσφέρουν όσοι βρίσκει εκεί, δεν είναι απλώς σωματική αποκατάσταση, αλλά μια ολοκαίνουρια αντίληψη της πραγματικότητας και τη δύναμη να τη διαχειρίζεται.
Περιπέτεια φαντασίας, που αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική εξόρμηση του υπερήρωα της Marvel, τον οποίο δημιούργησε ο Στιβ Ντίτκο το 1963. Έχουν προηγηθεί ταινίες κινουμένων σχεδίων και μία ζωντανής δράσης γυρισμένη για την τηλεόραση το 1978 από τον Φίλιπ ΝτεΓκερ.
Η ταινία διαθέτει όλες τις υψηλές προδιαγραφές της Marvel, με λαμπρό καστ, πλούσια δράση, άφθονο, έξυπνο χιούμορ κι εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ, αρκετά για να διασκεδάσουν ανέμελα τους θεατές.
Όμως ουσιαστικά, νομίζω ότι η ταινία είναι από τις λιγότερο ενδιαφέρουσες της Marvel για διάφορους λόγους. Ο ένας είναι ότι η οπτική σύλληψη των εφέ δεν είναι κάτι καινούριο. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη εύστοχα γραφτεί μάλλον απ’ όλους τους κριτικούς, πρόκειται για μια ιδέα που έχουμε ξαναδεί στο «Inception» (Κρίστοφερ Νόλαν, 2010), μάλιστα με μεγαλύτερη αληθοφάνεια, εικαστική βαρύτητα και σεναριακή κρισιμότητα. Αυτές οι τρεις υπονομεύονται εδώ, επειδή, σε αντίθεση με την ταινία του Νόλαν, δεν υπάρχουν σαφείς κανόνες λειτουργίας του αφηγηματικού σύμπαντος, με αποτέλεσμα ανά πάσα στιγμή ο θεατής να μη μπορεί να γνωρίζει επαρκώς αν ο τρόπος με τον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα μπορεί να είναι ο πιο εύλογος και συνεπής.
Ένα από τα πολλά παραδείγματα, η σκηνή όπου ένας από τους μπράβους του Καϊλίσιους, καρφώνει και τραυματίζει τον Στρέιντζ. Αμέσως όμως πριν τον αποτελειώσει μ’ ένα δεύτερο χτύπημα, ο μανδύας του ήρωα τον προλαβαίνει και τον σταματάει εγκαίρως, δημιουργώντας την απορία γιατί δε μπορούσε να προλάβει το πρώτο χτύπημα εξαρχής. Στη διάρκεια των μαχών προσωπικά δεν καταλάβαινα γιατί κάποιος κάνει κάτι και γιατί δεν κάνει κάτι άλλο με τις τόσες δυνάμεις τους. Επιπλέον, ο μεγάλος κακός της ταινίας, Ντορμάμου, προετοιμάζεται ως ένα υπέρτατο ον με την ικανότητα να παγιδεύει ολόκληρους πλανήτες, αλλά ο Στρέιντζ τον κατατροπώνει μ’ ένα εύκολο και μάλλον απλοϊκό τέχνασμα, που σε συνδυασμό με το χιούμορ της αντιπαράθεσης μεταξύ τους, υποβαθμίζει την απειλητικότητα του κακού και την κρισιμότητα της κλιμάκωσης.

