Περισσότερους στρατηγικούς κακοπληρωτές από άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζουν οι κλάδοι κατασκευών και διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, αφού από ένα δείγμα 2.500 επιχειρήσεων με δανειακά ανοίγματα πάνω από 1 εκατ. ευρώ, 500 από αυτές κατατάχθηκαν στην κατηγορία των στρατηγικών κακοπληρωτών, έναντι μιας στις έξι για το σύνολο των κλάδων της οικονομίας.

Τα στοιχεία προέρχονται από δειγματοληπτική έρευνα που πραγματοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος και παρουσίασε ο υποδιοικητής της ΤτΕ, κ. Θεόδωρος Μητράκος, στο πλαίσιο του συνεδρίου της 17ης Prodexpo που ολοκληρώνεται σήμερα. «Υπάρχουν κάποιες επιχειρήσεις στους κλάδους κατασκευών και διαχείρισης ακίνητης περιουσίας που, ενώ τα οικονομικά τους μεγέθη δείχνουν ότι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, επιλέγουν να καθυστερούν στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους έναντι των τραπεζών, οι αποκαλούμενοι "στρατηγικοί κακοπληρωτές"», ανέφερε ο κ. Μητράκος. Σημειωτέον ότι κατασκευαστικός κλάδος και εταιρείες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, αποτελούν δύο κλάδους που απορροφούν περίπου το 16% της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις.

Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα

Συνολικά, ως προς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, μια απλή αναφορά καθιστά φανερό το μέγεθος του προβλήματος: Τον Ιούνιο του 2016, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στην Ελλάδα ανήλθε σε 45,1% (από 4,5% το 2007), περίπου οκταπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (5,7% το Μάρτιο του 2016). Ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στα δάνεια προς πολύ μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες (67,2%), στα δάνεια προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (59,9%) και στα καταναλωτικά δάνεια (55,3%). Στα στεγαστικά δάνεια ανέρχεται στο 44,7% (κοντά στο μέσο όρο), ενώ χαμηλότερο ποσοστό παρατηρείται στα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις (29,1%). Όσον αφορά στους επιμέρους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων παρατηρείται στην εστίαση (79,5%), στην κλωστοϋφαντουργεία (75,9%), στον κλάδο ξυλείας, χάρτου και επίπλων (71,7%) αλλά και στη γεωργία (62,7%). Αντίθετα, πολύ μικρό ποσοστό παρατηρείται στον κλάδο ενέργειας και πετρελαιοειδών (4,5%) και σχετικά μικρό στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (27,5%). ‘’Είναι προφανές -επισημανθηκε- ότι η διαμόρφωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο αποτελεί τροχοπέδη τόσο στη λειτουργία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος όσο και στην επιχειρηματική δραστηριότητα γενικότερα. Μειώνει τα έσοδα των τραπεζών και επιτείνει την ανάγκη σχηματισμού προβλέψεων αυξάνοντας το κόστος δανεισμού, ενώ περιορίζει τη ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στερώντας πολύτιμους πόρους από τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.’’