Σεπτέμβρης μήνας έφτασε, ο μήνας του τρυγητή
κι όλοι στ’ αμπέλια βρίσκονται σα να ’χουνε γιορτή.
«Θέρος τρύγος πόλεμος» λέει μια παροιμία,
ο τρύγος πρέπει να γενεί, χωρίς καθυστέρηση καμία.
Αποβραδίς τα σύνεργα, με κέφι έχουν ετοιμάσει
και το σταυρό τους κάνουνε, ο καιρός να μη χαλάσει.
-Τι λες και φέτος θα ’χουμε , καλή σοδειά Γρηγόρη;
-Δε θα μας αφήσει έτσι ο Θεός, κάνε το σταυρό σου μπαρμπα-Γιώργη.
Πρωί- πρωί με το χάραμα, στ’ αμπέλι είναι φτασμένοι
κι ο ήλιος από την Ανατολή, την καλημέρα του τούς στέλνει.
Κι ο Διόνυσος που περιφέρεται, με κληματόβεργες στεφανωμένος,
στους τρυγητάδες δίνει χαρά και νιώθει ευτυχισμένος.
Παντού ακούγονται φωνές και γέλια απ’ τα τριγύρω αμπέλια,
αστεία και πειράγματα, από μεγάλους και κοπέλια.
«Γεια σας», λέει, «παλικάρια μου», κι αστειεύεται ο μπαρμπα-Γιώργης
«μεθαύριο κι εγώ στο γάμο σας, θα χορεύω, με το ‘να μου το πόδι.
Κρασί αβέρτα θα κουβαλώ, απ’ το καινούριο γιοματάρι,
τους καλεσμένους όλους θα κερνώ, με κέφι και καμάρι».
Όλοι με κέφι εργάζονται και υποκλίνονται βαθιά
μπρος στα σταφύλια τα εύγευστα και τα τραγανιστά τα ραζακιά.
Με το μαχαίρι τους προσεχτικά και χωρίς να τα πονέσουν,
σταφύλια κόβουν στη σειρά και στα καλάθια τους τα θέτουν.
Οι κόφες πάνε κι έρχονται, γεμάτες από γλυκά σταφύλια,
που όλα αυτά θα γίνουνε, μούστος στα πατητήρια.
Όλοι οι κόποι τ’ αμπελουργού και μιας χρονιάς αγώνας,
τους έχει καταγράψει γραμμή-γραμμή, αυτός εδώ ο αμπελώνας.
Σάσα Κουμουτσάκου-Δρακωνάκη
δασκάλα

