Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και του ΙΤΕ σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών δημιουργούν νέες θεραπευτικές ουσίες με στόχο την αντιμετώπιση νευροεκφυλιστικών παθήσεων, όπως είναι η νόσος Αλτσχάιμερ και η σκλήρυνση κατά πλάκας.

Για τις θεραπευτικές εφαρμογές των μικρονευροτροφινών και για την νευροαναγεννητική και νευροπροστατευτική δράση των νευροτροφινών, καθώς και για τις έρευνες που γίνονται για τη δημιουργία νέων θεραπευτικών ουσιών κατά των νευροεκφυλιστικών νόσων, μιλά ο καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και ερευνητής στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ, Αχιλλέας Γραβάνης. Τα πρώτα αποτελέσματα του συνεργατικού αυτού ερευνητικού προγράμματος δημοσιεύτηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στο επιστημονικό περιοδικό Neuropharmacology (Pediaditakis et al, 2016).

Όπως εξηγεί ο καθηγητής:

«Οι ενδογενείς νευροτροφίνες είναι πολυπεπτιδικές μεγαλομοριακές ουσίες, πολύ σημαντικές για την ανάπτυξη, τη διατήρηση και την προστασία της εγκεφαλικής ουσίας από τη στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι τα βαθιά γεράματα. Έχουν νευροπροστατευτική και νευροαναγεννητική δράση. Δυστυχώς αυτές οι ουσίες είναι μεγαλομοριακές και δεν μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε σαν φάρμακα, διότι δεν διέρχονται τον αιματεγκεφαλικό φραγμό που προστατεύει τον εγκέφαλο από ό,τι είναι τοξικό στο περιβάλλον. Η προσπάθειά μας εστιάζει στο να φτιάξουμε μικρά συνθετικά μόρια, τα οποία ονομάζουμε μικρονευροτροφίνες που είναι μικρότερα σε όγκο και επειδή είναι αρκετά λιπόφιλα είναι πολύ ικανά να διέλθουν τον αιματεγκεφαλικό φραγμό και στην ουσία να μιμηθούν τις νευροπροστατευτικές και νευροαναγεννητικές δράσεις των ενδογενών μεγαλομοριακών νευροτροφινών.

Σύμφωνα με τον κ. Γραβάνη, “στόχος της έρευνας είναι να μιμηθούμε με φαρμακολογικό τρόπο τη νευροπροστατευτική δράση που υπάρχει ούτως ή άλλως από την αρχή της γεννήσεώς μας μέχρι τα γεράματα στον εγκέφαλο, η οποία ελέγχεται από τις νευροτροφίνες. Δυστυχώς σε πάρα πολλά νευροεκφυλιστικά νοσήματα η εγκεφαλική παραγωγή των νευροτροφινών ελαττώνεται σημαντικά με συνέπεια η εγκεφαλική ουσία να αφήνεται σε διάφορες κυτταροτοξικές προκλήσεις χωρίς προστασία. Επιδιώκουμε αφενός να αναστείλουμε την διαδικασία της εκφύλισης του νευρικού ιστού, η οποία έχει ήδη ξεκινήσει, οπότε στην ουσία η δράση αυτή είναι νευροπροστατευτική, και αφετέρου να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε τον εγκέφαλο, ώστε να κάνει ο ίδιος αυτοεπιδιόρθωση της βλάβης του. Ο μηχανισμός με τον οποίο επιδιώκουμε να το πετύχουμε αυτό είναι να διεγείρουμε τόσο σε αριθμό όσο και σε δραστικότητα τα ενδογενή νευρικά βλαστικά κύτταρα που όλοι μας έχουμε στον νευρικό μας ιστό (εγκέφαλος, νωτιαίος μυελός, περιφερικά νεύρα) και τα οποία μας συνοδεύουν μέχρι το βαθύ γήρας. Τα κύτταρα αυτά έχουν τη δυνατότητα να παράξουν εκ νέου νευρικό ιστό και άρα να αντικαταστήσουν τον αντίστοιχο ο οποίος καταστρέφεται, λόγω της εκφύλισης είτε από κάποιο νευροεκφυλιστικό νόσημα είτε και λόγω γήρανσης. Προσπαθούμε, λοιπόν, να μελετήσουμε με ποιον μηχανισμό πολλαπλασιάζονται αυτά τα νευρικά βλαστικά κύτταρα, να διεγείρουμε φαρμακολογικά τον πολλαπλασιασμό τους και να τα ωθήσουμε να μεταναστεύσουν στις περιοχές του εγκεφάλου που πάσχουν. Αυτό προσπαθούμε να το κάνουμε όχι όπως συνήθως συζητιέται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια με την εμφύτευση νευρικών βλαστικών κυττάρων που είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιτευχθεί ειδικά στον εγκέφαλο, αλλά με τη δημιουργία μικρών μορίων που μιμούνται τις νευροτροφίνες, οι οποίες είναι οι πιο ισχυροί διεγέρτες τους και οι αναγεννητικοί παράγοντες του νευρικού συστήματος” σημειώνει.

Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι μελέτες

Όπως εξηγεί ο καθηγητής “οι μελέτες είναι όλες σε προκλινικό στάδιο, δηλαδή στο να αποδείξουμε ότι είναι δραστικές σε πειραματικά μοντέλα πειραματοζώων που μιμούνται τις ανθρώπινες ασθένειες. Ειδικά για τη μία από τις μικρονευροτροφίνες, την BMN27, προχωρούμε στην Αμερική να τη δοκιμάσουμε σε υγιείς εθελοντές προσδιορίζοντας κατ΄αρχάς το κατά πόσον είναι τοξική ή όχι στον άνθρωπο και ποια είναι η φαρμακοκινητική της συμπεριφορά στον άνθρωπο με απώτερο στόχο μέσα στον επόμενο ενάμιση χρόνο, αν όλα πάνε καλά και δεν είναι τοξική ουσία όπως στα πειραματόζωα, να τη χορηγήσουμε σε ασθενείς.

Είναι μια καινούργια φαρμακολογική προσέγγιση της νευροεκφύλισης και νευροπροστασίας και ελπίζουμε ότι αυτά που βλέπουμε στα πειραματόζωα θα μπορέσουμε στα επόμενα 2-3 χρόνια να τα αναπαράγουμε στους ασθενείς τονίζοντας πάντα τον οριακό παράγοντα μη τοξικότητας στον άνθρωπο. Αυτή είναι εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη, ως εκ τούτου όλη μας η προσπάθεια αυτήν την περίοδο είναι να προχωρήσουμε σε κλινική δοκιμασία φάσης. Αντιλαμβάνεστε ότι αν η ουσία δεν είναι τοξική στους υγιείς εθελοντές διαμορφώνει τις συνθήκες να δοκιμαστεί κλινικά σε ασθενείς με νευροεκφυλιστικές νόσους” τονίζει ο κ. Γραβάνης.