
Δύο από τις ταινίες της εβδομάδας είναι αμερικανικές παραγωγές με ρίζες στην ιαπωνική τέχνη.
Ο ΚΟΥΜΠΟ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΧΟΡΔΕΣ - KUBO AND THE TWO STRINGS
Σκην.: Τράβις Νάιτ
Με τις φωνές των: Πέτρου Δαμουλή, Μαρίας Ζερβού, Ηλία Ζερβού, Δημήτρη Μακαλιά, Άννας Κουτσαφτίκη
Στην αρχαία Ιαπωνία, ο μικρός Κούμπο πρέπει ν’ ανακαλύψει την πανοπλία, το σπαθί και το κράνος που θα του επιτρέψουν να νικήσει τον μοχθηρό Βασιλιά του Φεγγαριού.
Περιπέτεια κινουμένων σχεδίων, που συνδυάζει αριστοτεχνικά την τεχνική stop-motion με το ψηφιακό κινούμενο σχέδιο, κι αποτελεί τον τέταρτο μεγάλου μήκους τίτλο της αμερικανικής εταιρείας Laika, μετά τα εξαιρετικά «Coraline» (Χένρι Σέλικ, 2009), «ParaNorman» (Σαμ Φελ και Κρις Μπάτλερ, 2012) και «Τα Τερατοκουτάκια» («The Boxtrolls», Γκρέιαμ Ανάμπλ κι Άντονι Στάκι, 2014).
Σε αντίθεση με τις πολύ πιο φωτεινές Disney και Pixar, η Laika διακρίνεται από τον σκοτεινότερο τόνο και το πιο αλλόκοτο ύφος των ιστοριών και της σχεδίασής της, τα οποία αποκλείουν τα παιδιά πολύ μικρών ηλικιών από το κοινό της, γεγονός που μας κάνει ν’ απορούμε με απογοήτευση κι εκνευρισμό για το ότι η ταινία προβάλλεται μόνο μεταγλωττισμένη στην Ελλάδα. Με όλο τον σεβασμό στο ελληνικό φωνητικό καστ, θα ήθελα να έχω την ευκαιρία ν’ ακούσω την ταινία όπως φτιάχτηκε, με τις φωνές των Αρτ Πάρκινσον, Σαρλίζ Θέρον, Τζωρτζ Τακέι, Ρέιφ Φάινς, Μάθιου Μακόναχι και Ρούνι Μάρα. Ως έχει, προσωπικά δε θεωρώ ότι την είδα ολοκληρωμένη, παρότι ευτυχώς απολαμβάνεται οπτικά ως ένα τεχνικό κι αισθητικό επίτευγμα, το οποίο αξίζει να δουν μικροί και μεγάλοι θεατές.
ΣΚΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ - WAR DOGS
Σκην.: Τοντ Φίλιπς
Πρωτ.: Τζόνα Χιλ, Μάιλς Τέλερ
O Ντέιβιντ κι ο Εφραίμ είναι δυο εικοσάρηδες παιδικοί φίλοι, που αποφασίζουν να εμπλακούν στο νόμιμο εμπόριο όπλων, αναλαμβάνοντας συμβόλαια με την αμερικανική κυβέρνηση.
Σύντομα όμως η φιλοδοξία τους θα μετατραπεί σε απληστία, με όσες καταστροφικές συνέπειες αυτή συνεπάγεται.
Κομεντί βασισμένη στην αληθινή ιστορία που δημοσιοποίησε ο αμερικανός δημοσιογράφος Γκάι Λώσον, με το σχετικό άρθρο του στο περιοδικό Rolling Stone τον Μάρτιο του 2011.
Στην ίδια ολιγομελή κατηγορία των κομεντί με ήρωες εμπόρους όπλων, μαζί με το «Κυρίαρχος του παιχνιδιού» («Lord of war», Άντριου Νίκολ, 2005), το φιλμ του Φίλιπς είναι μια έξυπνη, γρήγορη, αιχμηρή, κυνική και πολύ αστεία κριτική στη μιλιταριστική πλευρά του σύγχρονου αμερικανικού πολιτισμού. Την παράσταση κλέβει ο σπουδαίος Χιλ, που δημιουργεί τον συναρπαστικό καιροσκόπο Εφραίμ, μ’ ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γέλια της κινηματογραφικής ιστορίας, πλάι σ’ εκείνο του Έντι Μέρφι στον «Μπάτσο του Μπέβερλι Χιλς» («Beverly Hills Cop», Μάρτιν Μπρεστ, 1984) και πολλά άλλα.
KAI OI 7 HTAN YΠΕΡΟΧΟΙ - THE MAGNIFICENT SEVEN
Σκην.: Αντουάν Φουκουά
Πρωτ.: Ντένζελ Ουάσινγκτον, Κρις Πρατ, Ίθαν Χωκ, Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο, Μπιουνγκ-Χουν Λι, Μανουέλ Γκαρσία-Ρούλφο, Μάρτιν Σένσμαϊερ, Χέιλι Μπένετ, Πίτερ Σάρσγκορ
Στις Η.Π.Α. της δεκαετίας του 1870, εφτά μισθοφόροι καουμπόι αναλαμβάνουν να προστατεύσουν μια πόλη από την εγκληματική εκμετάλλευση ενός άπληστου κι αδίστακτου επιχειρηματία.
Περιπετειώδες γουέστερν που αποτελεί ριμέικ της ομώνυμης κι ομοειδούς ταινίας που είχε σκηνοθετήσει το 1960 ο Τζων Στάρτζες, με τη σειρά της βασισμένη στο «Οι επτά σαμουράι» («Shichinin no Samurai», 1954) του Ακίρα Κουροσάβα.
Στην τρίτη του συνεργασία με τον Ουάσινγκτον, μετά από τα «Ημέρα εκπαίδευσης» («Training day», 2001) και «The Equalizer» (2014), ως ένας από τους ικανότερους διεκπεραιωτές της βιομηχανίας, κι έχοντας στη διάθεσή του ένα εξαιρετικό καστ, ο Φουκουά σκηνοθετεί μια στιβαρή και χορταστική περιπέτεια, που ενισχύει την προοδευτική ρητορική του φιλμ του Στάρτζες, αλλά στερείται το επικό ύφος και την υπαρξιακή μελαγχολία τόσο εκείνου του φιλμ, όσο και του πρωτότυπου του Κουροσάβα, ενώ υπονομεύεται από άνιση επεξεργασία των χαρακτήρων.
Στην έναρξη της ταινίας του 1960, ο Γιούλ Μπρίνερ με τον Στιβ Μακουίν οδηγούν τη νεκροφόρα με το φέρετρο ενός ινδιάνου για να ταφεί σ’ ένα νεκροταφείο λευκών, ενάντια στον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία των κατοίκων της πόλης.
Οι Εφτά εκείνης της ταινίας αποτελούνταν από έξι λευκούς χαρακτήρες κι έναν μεξικανό, ο οποίος επίσης ενσαρκωνόταν από λευκό ηθοποιό, όπως κι ο -ξανά μεξικανός- κακός της ταινίας. Αντιθέτως, στη φετινή ομάδα, τους μειοψηφούντες τρεις λευκούς συμπληρώνουν ένας ιθαγενής αμερικανός, ένας ασιάτης, ένας μεξικανός κι ένας μαύρος, ο οποίος επιπλέον ηγείται των ευγενών μισθοφόρων, με όλους τους ήρωες ερμηνευμένους από ηθοποιούς της αντίστοιχης καταγωγής, ενώ ο κακός αυτή τη φορά είναι ένας λευκός κι αδίστακτος καπιταλιστής. Έτσι, η φυλετική ποικιλία κι ο σαφής ιδεολογικός χαρακτήρας του ηθικού διαχωρισμού των χαρακτήρων, ενισχύουν την προοδευτική ρητορική της ιστορίας.
Όμως το σημαντικό αίσθημα που ο Στάρτζες είχε την πρόνοια να παραλάβει απ’ τον Κουροσάβα και παραλείπει ο Φουκουά, είναι η διάχυτη μελαγχολία για το πέρασμα του χρόνου και την προσωρινότητα των πραγμάτων, αυτό δηλαδή που στην ιαπωνική αισθητική θεωρία ονομάζεται mono no aware.
Οι δύο προηγούμενες ταινίες περιλάμβαναν δύο σκηνές, μία στη μέση και μία στο τέλος της πλοκής, όπου ο επικεφαλής της ομάδας μιλούσε για τον χαμένο χρόνο και όλα όσα παίρνει μαζί του, θέμα που το φιλμ του Κουροσάβα ενίσχυε μέσα από τη μεγαλύτερη διάρκεια, το υποβλητικότερο γύρισμα, τον υπομονετικότερο ρυθμό και την παρουσία των στοιχείων της φύσης, όπως η βροχή.
Αντ’ αυτών, το φιλμ του Φουκουά αρκείται σ’ ένα απλοϊκό καταληκτικό πλάνο κατασκευασμένο ψηφιακά και γι’ αυτό αταίριαστο με την αισθητική της υπόλοιπης ταινίας, ενώ κάπου εκεί στριμώχνεται χαραμισμένο το εμβληματικό, θριαμβικό μουσικό θέμα του Έλμερ Μπέρνστιν από την ταινία του Στάρτζες, το οποίο, για λόγους που προσωπικά δεν καταλαβαίνω, ως τότε μένει αχρησιμοποίητο.
Αντιθέτως, το λεγόμενο ‘μοτίβο κινδύνου’ που ο Τζέιμς Χόρνερ πήρε από τον Ρίχαρντ Βάγκνερ και χρησιμοποίησε σε πολλές από τις ταινίες που επένδυσε μουσικά («Εχθρός προ των πυλών», «Τροία», «Avatar» κ.α.), προδίδει εδώ την τελευταία του, επαρκή αλλά μάλλον συνηθισμένη σύνθεση, την οποία συμπλήρωσε ο Σάιμον Φράνγκλεν, μετά από τον θάνατό του Χόρνερ πέρυσι το καλοκαίρι.

