Κείμενο: Άρης Βασιλειάδης

Όσο και να θέλεις να εξηγήσεις το φαινόμενο “Μαρινέλλα” πάντα θα σε ξεπερνάει. Δεν είναι μόνο η φωνή της, η ματιά της, οι ανεπαίσθητες κινήσεις των χεριών της που σε μαγνητίζουν. Ούτε η σκηνική της παρουσία, οι αλλεπά- λληλες εμφανίσεις και η άνεσή της σε οποιοδήποτε ρεπερτόριο. Είναι το πάθος της γι' αυτό που αγάπησε από πέντε χρονών και η εντελώς βιωματική σχέση της με το τραγούδι.

Δεν είναι δύσκολο να βρεις πόσα χρόνια είναι στην κορυφή η Μαρινέλλα. Το δύσκολο είναι να εξηγήσεις πώς τα καταφέρνει και κλέβει την παράσταση παραμένοντας εκεί. Εμπνέοντας και όχι κάνοντας τα χατήρια του κοινού. Τολμώντας και όχι συμβιβαζόμενη. Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα πράγματα γίνονται πιο απλά όταν λατρεύεις το τραγούδι. Και η Μαρινέλλα αν δεν το αγαπούσε θα άντεχε δέκα χρόνια να κάνει το σεκόντο του Στέλιου Καζαντζίδη; Θα έβρισκε κίνητρο μετά από τόσους χρυσούς δίσκους; Θα ξανατραγουδούσε έπειτα από τόσες περιοδείες; Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το τραγούδι είναι ο γυάλινος πύργος της που την έχει αποκλείσει από τον έξω κόσμο. Το αντίθετο. Και με την κόρη της θα μιλήσει και με τα εγγόνια της θα παίξει και το λαχανόκηπό της θα σκαλίσει και θα πάει με τις φόρμες της στην τράπεζα. Ούτε μπορεί να της προσάψει κανείς πως οι έρωτές της κοσμούσαν μόνο τα εξώφυλλα. Ήταν σχέσεις ζωής στις οποίες δόθηκε, ένιωσε ευτυχία αλλά και πόνεσε. Όσο όμως και αν υπέφερε ποτέ δεν άφησε το μικρόφωνο. Σαν να είχε μαζί του ένα μυστικό όρκο που δεν γινόταν να παραβεί.

Η περίπτωση της Μαρινέλλας είναι το τέλος των βολικών ιστοριών που θέλουν, ειδικά στη χώρα μας, την επιτυχία ως αποτέλεσμα σχέσεων με κυκλώματα και καλλιτεχνικά στρατόπεδα. Μόνη της ξεκίνησε, μόνη της πορεύθηκε και ό,τι κέρδισε το άξιζε και με το παραπάνω. Από την εποχή που ήταν κοριτσάκι στη Θεσσαλονίκη κι έκανε διαφημιστικά στο ραδιόφωνο για τα καταστήματα “Μέλκα” μέχρι τη μεταμόρφωσή της από Κυριακή Παπαδοπούλου, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, σε Μαρινέλλα, δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Όλα περνούσαν από τα χέρια της. Ή σωστότερα από τη φωνή και το μυαλό της. Και πότε δεν ξέχασε από πού ξεκίνησε και τι αγάπησε. Ακόμα και τώρα όταν βρεθεί στη Θεσσαλονίκη θα περάσει από το νυχτερινό κέντρο “Πανόραμα” και θα κοιτάξει από την είσοδο τη μικρή σκηνή του. Εκεί όπου ένα βράδυ του Ιουλίου του 1957, όταν τραγουδούσε στο συγκρότημα του Τόλη Χάρμα και τους επισκέφθηκε ο Στέλιος Καζαντζίδης του είπε με συστολή, πριν ερμηνεύσει το “Πιο Πικρό Ψωμί”, “θαυμάζω τη φωνή σας και μου αρέσει ο τρόπος που τραγουδάτε”. Αρχίζοντας έτσι ένα ειδύλλιο οκτώ ολόκληρων χρόνων που άφησε ιστορία στο ελληνικό τραγούδι. Επίσης, θα περάσει από την περιοχή που βρισκόταν το παραθαλάσσιο κέντρο “Λουξεμβούργο” όπου τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1957 γνώρισαν οι δυο τους την αποθέωση σηματοδοτώντας ως ντουέτο μια πορεία που παρόμοια δεν έχουν γνωρίσει άλλοι στη χώρα μας. Και φυσικά δεν θα ξεχάσει το “Ακρόαμα”, εκεί που κάθε Πέμπτη βράδυ μετά από τους ευρωπαΐκούς θριάμβους του Άρη γινόταν ένα με τον κόσμο και τραγουδούσε “Με τον Γκάλη, το Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τα άλλα παιδιά...”.

Ποιο είναι το μυστικό της Μαρινέλλας; Ξέρει να αποκωδικοποιεί κάθε νότα και συλλαβή των τραγουδιών της. Ξεκλειδώνοντας ένα ένα τα ρεφρέν της και αναπνέοντας μέχρι την τελευταία νότα κάθε στίχο της. Τα τραγούδια της είναι οι τοιχογραφίες του ψυχισμού της. Δεν μπορείς να μιλήσεις για τις παραστάσεις της αν δεν νιώσεις πρώτα από όλα το υπόγειο συναισθηματικό ρεύμα που διαχέεται κάθε δευτερόλεπτο στη σκηνή. Μέχρι την τελευταία κλείδωση του ερμηνευτικού της σώματος. Και που μετουσιώνει ολόκληρη τη ζωή της σε μουσική παρτιτούρα. Το παράδοξο βέβαια είναι πως δείχνει να μη βιάζεται. Παρόλο που όλοι την εμπιστεύονται με κλειστά τα μάτια εκείνη επιλέγει προσεκτικά τι θα τραγουδήσει και πού θα εμφανιστεί, ντύνοντας τα όνειρά της με νότες και αγκαλιάζοντάς μας με τις μελωδίες της.

Το όνομά της είναι συνώνυμο με την ανανέωση. Αυτό την ενδιέφερε πάντα. Δεν είναι μόνο το ότι έκοψε τα μαλλιά της κοντά, φόρεσε παντελόνια, συνεργάστηκε με σκηνοθέτες, ντύθηκε με την τελευταία λέξη της υψηλής ραπτικής, έφερε θεατρικούς προβολείς στα μαγαζιά και άλλαξε τη διασκέδαση δίνοντας διάσταση σόου στις εμφανίσεις της. Είναι ότι ποτέ δεν επαναπαύτηκε στις δάφνες της. Πάντα ήθελε να προκαλεί τη μοίρα της. Τον Ιούνιο του 1968 στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Ολυμπιάς Τραγουδού στο Παναθηναϊκόν Στάδιον ερμήνευσε κερδίζοντας το χειροκρότημα του κοινού το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού και Πυθαγόρα “Πέρα από σένα”. Από εκεί και πέρα άρχισε ένας μαραθώνιος εμφανίσεων. Το 1969 τραγούδησε στο “Στορκ” μαζί με τον Γιάννη Πουλόπουλο. Τον Οκτώβριο του 1970 κέρδισε το τέταρτο βραβείο ερμηνείας στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Τραγουδιού στη Βραζιλία. Τον Απρίλιο του 1974 εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Γιουροβίζιον με το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού “Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου”. Και κέρδισε την 11η θέση ανάμεσα σε δεκεφτά άλλες χώρες. Το καλοκαίρι του 1975 πραγματοποίησε επιτυχημένες εμφανίσεις στις Κάννες και στο Λονδίνο. Στις 28 Μαρτίου του 1976 ηχογράφησε ζωντανά μέσα από την μπουάτ “Σκορπιός” το “Ρεσιτάλ” με τον Κώστα Χατζή. Το 1979 τραγούδησε μαζί με το σύζυγό της Τόλη Βοσκόπουλο στο “Στορκ”. Το 1981 μαζί με τον Δάκη και τη Τζίνα Σπηλιωτοπούλου έκαναν περιοδεία στην Αυστραλία και τραγούδησε και εντυπωσίασε το κοινό με το τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου “Τα λόγια και τα χρόνια”. Το καλοκαίρι του 1985 σε ένα γυναικείο πρόγραμμα στο Zoom Θεσσαλονίκης συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τη Βίκυ Μοσχολιού και την Άννα Βίσση. Καθώς και το επόμενο καλοκαίρι του 1986 πάλι στο Zoom Θεσσαλονίκης τραγούδησε παρέα με τον Αντώνη Καλογιάννη. Για δύο σεζόν, το 1988 και το 1989, μεταμόρφωσε τον μέχρι τότε κινηματογράφο Rex της οδού Πανεπιστημίου σε θεατρική μουσική σκηνή με εικαστική παρέμβαση του Γιάννη Τσαρούχη. Το 1994 πραγματοποίησε συναυλίες στην Κύπρο μαζί με το Δώρο Γεωργιάδη και τη χορωδία της Λαϊκής Τράπεζας. Το 1995 έκανε περιοδεία στην Αλβανία μαζί τον Νίκο Ιακωβίδη, την Ανθή Μελά και μαέστρο το σπουδαίο Χάρη Καλέα. Αποθεώθηκε στις 24 και 25 Ιουλίου του 1995 στο Ηρώδειο με την παράσταση “Γυναικών Πάθη” που ήταν βασισμένη σε χορικά του Ευριπίδη. Το 2000 πρωταγωνίστησε στην τηλεοπτική σειρά “Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες” του Γιάννη Ξανθούλη που σκηνοθέτησε ο Κώστας Κουτσομύτης, κρατώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Μαρίκας Σουέζ, μιας θρυλικής θεατρίνας. Το 2002 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο για τα 50 χρόνια του Μίμη Πλέσσα στη μουσική με τίτλο “Ιωβηλαίον” μαζί με το Δημήτρη Μητροπάνο και την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Από τις 29 Μαρτίου μέχρι τις 5 Απριλίου του 2004 καταχειροκροτήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην παράσταση “Φωνή από Φως”. Το 2013 πραγματοποίησε συναυλία στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Κώστα Καραφώτη. Το 2015 έκανε συναυλίες στην Αμερική έχοντας πάλι δίπλα της τον Κώστα Καραφώτη. Το 2015 ξεδίπλωσε το μοναδικό υποκριτικό ταλέντο της στη “Σονάτα του Σεληνόφωτος” του Γιάννη Ρίτσου σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου για το Φεστιβάλ Αθηνών. Το 2016 πραγματοποίησε συναυλία με τη Νατάσσα Θεοδωρίδου στο Ισραήλ και τραγούδησε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για τα 50 χρόνια Γιώργου Κατσαρού στο τραγούδι και έκανε εμφανίσεις στην Αυστραλία μαζί με τον Τάκη Ζαχαράτο. Με τη Φιλαρμονική ορχήστρα Ομόνοια Γαστουρίου Κέρκυρας και τη Μεικτή Χορωδία Αχαράβης Νικόλαος Πουλιάσης γέμισε το Παλλάς και στο Μουσικής Θεσσαλονίκης και ενθουσίασε την Κέρκυρα. Το φετινό καλοκαίρι τραγούδησε με τον Αντώνη Ρέμο και τον Χρήστο Νικολόπουλο με τίτλο: “Όσο υπάρχεις θα υπάρχω” στην Κύπρο, τη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη, την Αθήνα και την Πάτρα.

Οι εποχές μπορεί να άλλαξαν αλλά η Μαρινέλλα προχωράει ενώνοντας το χθες με το σήμερα. Υπενθυμίζοντάς μας πως ο πλούτος του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού είναι τεράστιος. Ισορροπώντας και παντρεύοντας γόνιμα στοιχεία από την παράδοση και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και μάλιστα χωρίς το δεκανίκι της τηλεόρασης, την πρόκληση σκανδάλων, τη συμμετοχή της σε επιτροπές talent show ή απασχολώντας την κοινή γνώμη με κάτι άλλο πέρα από τα τραγούδια της. Γιατί πάνω από όλα τα τραγούδια της είναι η ίδια της η ζωή! Ευχαριστούμε θερμά τον Φρέντυ Πυτιλάκη που μοιράστηκε μαζί μας ανέκδοτες ιστορίες της ζωής της Μαρινέλλας, καθώς και αδημοσίευτες φωτογραφίες της από το τεράστιο υλικό που ο ίδιος έχει συγκεντρώσει και ξεπερνάει τις 160.000 φωτογραφίες. Ο κύριος Πυτιλάκης έχει στα άμεσα σχέδιά του να δημιουργήσει το “Κέντρο Έρευνας, Τέχνης και Πολιτισμού” που θα είναι αφιερωμένο στη ζωή και την καριέρα της Μαρινέλλας.