Στην Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας κρίνεται σήμερα η υπόθεση της επένδυσης στο Τοπλού. Μετά από 20 χρόνια τόσο το ίδρυμα Παναγία Ακρωτηριανή όσο και οι Αγγλοι επενδυτες μαζί με την πλειοψηφία της σητειακής κοινωνίας περιμένουν να τελειώσει αυτό το σίριαλ που αφορά τη μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση στο νησί.

Για την εκδίκαση της προσφυγής εναντίον του Προεδρικού Διατάγματος ΙΤΑΝΟΣ ΓΑΙΑ κατετέθη ήδη απο τον εισηγητή του ΣτΕ εισήγηση επί της υποθέσης. 

Ειναι μια τυπική διαδικασία πριν την εκδίκαση. 

Δεν περιλαμβάνει κρίση, αλλά αναλύει όλα τα ζητήματα τα οποία έχουν τεθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με πληροφορίες, και η κρίση επί της υπόθεσης  θα πραγματοποιηθεί σε, κεκλεισμένων των θυρών διάσκεψη των δικαστών.

Θυμίζουμε ότι μετά την αναμόρφωση του τελικού σχεδίου είχε και το ΣτΕ εγκρίνει την επένδυση και είχε εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα.

Εναντίον αυτού του ΠΔ προσέφυγαν η «Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού» και 140 κάτοικοι της περιοχής που ζητούν να ακυρωθεί ως αντίθετο στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία το από 7.3.2016 Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο εγκρίθηκε το “Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) “Ίτανος Γαία” στη θέση χερσόνησος Σίδερο, στην περιοχή Ιτάνου του δήμου Σητείας της περιφέρειας Κρήτης και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του σχεδίου αυτού”.

Μαζί με αυτούς προοσέφυγε και το ΤΕΕ/ΤΑΚ το οποίο όμως στο μεταξύ άλλαξε θέση με απόφαση της αντιπροσωπείας. Από εκεί που έλεγε όχι στην επένδυση, τώρα λέει ναι σε μια επένδυση υπό προϋποθέσεις.

Στην επίμαχη περιοχή, έκτασης 22.120,349 στρεμμάτων, αναμένεται η υλοποίηση τουριστικής επένδυσης η οποία προβλέπει τη δημιουργία 1.200 θέσεων εργασίας, την κατασκευή ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων, λιμενικά έργα, εμπορικά καταστήματα, αθλητικές και ψυχαγωγικές εγκαταστάσεις, γήπεδα γκολφ κ.λπ., όπως επίσης ευελπιστεί στην αύξηση των αφίξεων τουριστών, όπως μεταδίδει το ΣτΕ.

Η έκταση ανήκει κατά κυριότητα στο κοινωφελές εκκλησιαστικό ίδρυμα “Παναγία Ακρωτηριανή” που συστήθηκε από την Ιερά Μονή Τοπλού και την Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας και περιλαμβάνεται ο όρμος του Βάι με το γνωστό φοινικόδασος και ο αρχαιολογικός χώρος της Ιτάνου στον οποίο όμως δεν θα υπάρχει δόμηση.

Στις προσφυγές τους στο ΣτΕ το πολιτιστικό σωματείο και οι 140 Κρητικοί υποστηρίζουν επίσης ότι η επίμαχη περιοχή στην οποία πρόκειται να υλοποιηθεί η τουριστική επένδυση βρίσκεται σε ζώνη προστασίας του διεθνούς δικτύου Natura 2000 που δεν επιτρέπει παρόμοιες τουριστικές εγκαταστάσεις.

Παράλληλα, αναφέρουν ότι η ΣΜΠΕ, πλέον του ότι είναι πλημμελής, έρχεται σε σύγκρουση τόσο με την ελληνική νομοθεσία, όσο και με οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (οδηγία 92/43/ΕΟΚ), αφού μεταξύ των άλλων δεν προβλέπει μέτρα προστασίας και περιορισμούς για τη διαχείριση του ευαίσθητου περιβάλλοντος της επίμαχης περιοχής (Natura 2000) στην οποία περιλαμβάνονται και φυσικοί οικότοποι) αλλά ούτε έχει προηγηθεί η αναγκαία εκτίμηση των επιπτώσεων της ξενοδοχειακής δραστηριότητας στο προστατευόμενο οικολογικό περιβάλλον της επίμαχης έκτασης.

Πάντως, ενώ η πλειοψηφία της κοινωνίας της Σητείας με ανακοινώσεις της στηρίζει την επένδυση, την προηγούμενη εβδομάδα υποβλήθηκε νέα καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εναντίον του επενδυτικού σχεδίου Ίτανος Γαία από 8 περιβαλλοντικούς φορείς της Κρήτης.

Συγκεκριμένα, η Οικολογική Παρέμβαση Ηρακλείου, ο Περιβαλλοντικός Σύλλογος Ιτάνου, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, οι Φίλοι της Φύσης Naturefriends Greece, ο Σύλλογος Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής ΑΝΙΜΑ, ο Περιβαλλοντικός Σύλλογος Ρεθύμνου, ο Σπηλαιολογικός Όμιλος Κρήτης και η Ένωση Αγροτουρισμού Κρήτης αναφέρουν στην καταγγελία τους:

«Θεωρούμε ότι με την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, η χώρα παρέβη το ενωσιακό δίκαιο και, πιο συγκεκριμένα, την αρχή της προφύλαξης και τις διατάξεις του άρθρου 6, παρ. 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» και για το λόγο αυτό υποβάλαμε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στόχοι μας είναι:

• να σταματήσει κάποτε αυτή η αόριστη και κατά το δοκούν μεταχείριση των περιοχών του Δικτύου Natura, να αποσαφηνιστεί το καθεστώς τους και ό,τι «πρέπει να προστατευθεί» να γίνει πραγματικά «προστατευόμενο».

 • να δημιουργηθούν διαχειριστικά σχέδια και φορείς διαχείρισης σε όλες τις περιοχές του Δικτύου Natura. Η ουσιαστική εμπλοκή και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών με  σοβαρότητα και ευθύνη θα φέρει και το μεγαλύτερο όφελος σ’ αυτές τις ίδιες».