Ποικιλία στα είδη, έλλειψη στην απόλαυση.

ΣΑΛΙ
SULLY

Σκην.: Κλιντ Ίστγουντ
Πρωτ.: Τομ Χανκς, Λώρα Λίνυ, Άαρον Έκχαρτ
Στις 15 Ιανουαρίου 2009, ο αμερικανός πιλότος Τσέσλι ‘Σάλι’ Σάλενμπέργκερ αναγκάζεται να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσθαλάσσωση στον ποταμό Χάτσον της Νέας Υόρκης, καθώς μετά από σύγκρουση με σμήνος πουλιών, το αεροσκάφος της US Airways με τα 155 άτομα, για το οποίο ήταν υπεύθυνος, έχασε και τους δύο κινητήρες του.
Δράμα βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Σάλενμπέργκερ, όπως καταγράφηκε στο βιβλίο «Highest duty: my search for what really matters» που έγραψε το 2009 ο ίδιος ο πιλότος μαζί με τον Τζέφρι Ζάσλοου.
Παρά το γεγονός ότι στο κέντρο της πλοκής βρίσκεται ένα αεροπορικό ατύχημα, το οποίο μάλιστα αναπαρίσταται μέσα από κάμποσα φλάσμπακ, αυτή ίσως είναι η μικρότερης κλίμακας ταινία στη σκηνοθετική φιλμογραφία του 86χρονου Ίστγουντ. Κι αυτό επειδή παρότι η ιστορία προσφέρεται για έντονες διακυμάνσεις, όπως για παράδειγμα το παρόμοιο «Flight» (Ρόμπερτ Ζεμέκις, 2012), ο Ίστγουντ την αποδίδει με τη στωικότητα που χαρακτηρίζει τον ήρωά του.
Ταπεινός και μετριόφρων, ο Σάλι γεμίζει αμφιβολίες μετά από τις ακροάσεις του στην επιτροπή που εξετάζει το ατύχημα, αλλά δεν καταβάλλεται απ’ αυτές χάρη στον υπεύθυνο και ακέραιο επαγγελματισμό του, που τον τροφοδοτεί με την ψυχραιμία και την πυγμή με τις οποίες υπερασπίζεται την επιλογή του στην τελική εξέταση της υπόθεσης. Το φιλμ ακολουθεί αυτή την απλή πορεία επιβεβαίωσης εστιασμένο αποκλειστικά στον ήρωα, με χαμηλούς τόνους και μικρή διάρκεια, στοιχεία ενδεικτικά της περιορισμένης του φιλοδοξίας, η οποία μάλλον είναι αυτή που δεν το αφήνει να εξελιχτεί σε κάτι περισσότερο από ένα αξιοπρεπές, επιμελημένο, ευαίσθητο, αλλά εύκολο και συνηθισμένο δράμα.

HANDS OF STONE: ΜΑΖΙ
ΩΣ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ
HANDS OF STONE

Σκην.: Τζόναθαν Γιακουμπόβιτς
Πρωτ.: Έντγκαρ Ραμίρεζ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Άσερ Ρέιμοντ, Άνα ντε Άρμας
Ο δρόμος του θρυλικού παναμέζου πυγμάχου Ρομπέρτο Ντουράν προς την κορυφή, υπό την καθοδήγηση του κορυφαίου αμερικανού προπονητή Ρέι Αρσέλ.
Βιογραφικό δράμα, που αφηγείται ακόμα μία αληθινή ιστορία από το άθλημα της πυγμαχίας. Η πλοκή ακολουθεί τη συνηθισμένη πορεία πτώσης κι ανάκαμψης, με την οποία εκτυλίσσονται στην πλειοψηφία τους οι ταινίες της κατηγορίας, αλλά τουλάχιστον εκτελεί τη ‘συνταγή’ με αρκετή δεξιοτεχνία ώστε να παρακολουθείται ευχάριστα. Με καταγωγή από τη Βενεζουέλα, ο Γιακουμπόβιτς γνωρίζει πολύ καλά τον παρεμβατισμό και την εκμετάλλευση των Η.Π.Α. στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, στοιχείο που αποτελεί σημαντική παράμετρο του σεναρίου του, σκηνοθετώντας το με πάθος κι ένταση. Οι Ραμίρεζ και Ντε Νίρο είναι ιδανικοί στους ρόλους τους, με τον δεύτερο ν’ ακολουθείται από τις συνδηλώσεις των προηγούμενων μποξερικών τίτλων στη φιλμογραφία του. Ο Ρέιμοντ αντιθέτως μοιάζει ανεπαρκής, ενώ ο μοντέρ Ίθαν Μάνικιζ εξασφαλίζει τον γενικότερο σφιχτό ρυθμό της πλοκής και τη σφοδρότητα των αγώνων.

CAFÉ SOCIETY

Σκην.: Γούντι Άλεν
Πρωτ.: Τζέσι Άιζενμπεργκ, Κρίστεν Στούαρτ, Στιβ Καρέλ, Μπλέικ Λάιβλι
Στο Χόλιγουντ της δεκαετίας του 1930, ο νεαρός Μπόμπι έρχεται από το Μπρονξ για να βρει δουλειά, με τη βοήθεια του επιτυχημένου ατζέντη θείου του, τη γραμματέα του οποίου θα ερωτευτεί.
Έχει ξανασχολιασθεί πολλές φορές το γεγονός ότι στα 81 του χρόνια και με μία ταινία κάθε χρόνο, ο Άλεν δεν έχει αφήσει πολλά πράγματα απ’ όσα τον απασχολούν που να μην έχει ήδη πει. Οι ταινίες του δεν ξεφεύγουν από τη συγκεκριμένη φόρμα των ‘διδακτικών’ κομεντί ερωτικών κι ηθικών διλημμάτων, που, παρόλο το κέφι και την τεχνική τους αρτιότητα (εδώ η φωτογραφία του μάστορα Βιτόριο Στοράρο είναι το πιο συναρπαστικό στοιχείο της ταινίας), έχουν πια τυποποιηθεί σε βαθμό ώστε να μοιάζουν να υπονομεύουν τον λόγο ύπαρξής τους, αν κρίνουμε από την ταχύτητα και την ευκολία με την οποία εκτελούνται πλέον οι διακυμάνσεις της πλοκής, ώσπου να καταλήξουν σ’ ένα τυχαίο κι απότομο τέλος.

ΜΠΕΝ-ΧΟΥΡ
BEN-HUR

Σκην.: Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ
Πρωτ.: Τζακ Χιούστον, Ναζανίν Μπονιάντι, Μόργκαν Φρίμαν, Χαλούκ Μπιλγκινέρ, Πιλού Ασμπέκ, Ροντρίγκο Σαντόρο
Στην Ιερουσαλήμ της τέταρτης δεκαετίας μετά Χριστόν, ο Ιούδας Μπεν-Χουρ είναι ο γιός μιας αριστοκρατικής εβραϊκής οικογένειας, με ετεροθαλή αδερφό τον ρωμαϊκής καταγωγής Μεσσάλα. Όταν μετά από χρόνια ο Μεσσάλας θα επιστρέψει στην πόλη ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, τα δύο αδέρφια συγκρούονται με ολέθριες συνέπειες για τη μοίρα του Ιούδα.
Θρησκευτική περιπέτεια εποχής, βασισμένη στο μυθιστόρημα του αμερικανού Λου Γουάλας, «Ben-Hur: a tale of the Christ», που εκδόθηκε το 1880. Το φετινό φιλμ αποτελεί την τέταρτη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου. Η πρώτη ήταν μικρού μήκους και γυρίστηκε το 1907 από τους Σίντνεϊ Όλκοτ, Φρανκ Ρόουζ, Χ. Τεμπλ και Χάρι Τ. Μόρεϊ, με τον Χέρμαν Ρότγκερ στον ομώνυμο ρόλο. Η δεύτερη ήρθε το 1925 από τον Φρεντ Νίμπλο με πρωταγωνιστή τον Ραμόν Νοβάρο, ενώ η τρίτη και γνωστότερη κυκλοφόρησε το 1959 σε σκηνοθεσία του Γουίλιαμ Γουάιλερ με τον Τσάρλτον Ίστον στον κεντρικό ρόλο.
Οι ταινίες του 1925 και του ’59 υπήρξαν κινηματογραφικά επιτεύγματα σ’ εποχές όταν οι κοινωνίες ήταν ακόμη πολύ πιο συντηρητικές απ’ ό,τι σήμερα κι η θρησκεία έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Προϋπολογισμοί αστρονομικών μεγεθών, τεράστια αληθινά σκηνικά (ακόμα και στην ταινία του 1925, οι γαλέρες ήταν πραγματικές), χιλιάδες κομπάρσων και -στην περίπτωση της ταινίας του Γουάιλερ- ο μεγαλειώδης συνδυασμός Technicolor κι ευρείας οθόνης, έδιναν στην ιστορία όλη τη μεγαλοπρέπεια που προσδοκούσε το κοινό της εποχής, το οποίο επιβράβευσε τις δύο προηγούμενες διασκευές του βιβλίου, κάνοντάς τις δύο από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες της λεγόμενης Χρυσής ή Κλασικής Εποχής του Χόλιγουντ.
Η φετινή διασκευή είναι η πιο αδιάφορη από τις τρεις, για πολλούς λόγους. Καταρχάς, στη σημερινή εποχή η θρησκεία είναι πολύ πιο ανυπόληπτη απ’ ό,τι ήταν εξήντα χρόνια πριν, και συνεπώς το κοινό για μια θρησκευτική υπερπαραγωγή είναι πολύ πιο περιορισμένο. Για κάθε απρόσμενη επιτυχία όπως «Τα Πάθη του Χριστού» («The Passion of the Christ», Μελ Γκίμπσον, 2004) υπάρχουν οι απογοητεύσεις «Νώε» («Noah», Ντάρεν Αρονόφσκι, 2014) και «Η Έξοδος: θεοί και βασιλιάδες» («Exodus: gods and kings», Ρίντλεϊ Σκοτ, 2014).
Ωστόσο, το κοινό των θρησκευτικών ταινιών στις Η.Π.Α. δεν είναι καθόλου αμελητέο, όπως έχει αποδείξει η επιτυχία χριστιανικών ταινιών που απευθύνονται στην τεράστια και πανίσχυρη ομολογία των ευαγγελικών, με ενδεικτικούς τίτλους τα «God’s not dead» (Χάρολντ Κρονκ, 2014) και «Ο Παράδεισος είναι αληθινός» («Heaven is for real», Ράνταλ Γουάλας, 2014). Ο φετινός «Μπεν-Χουρ» στοχεύθηκε σε μεγάλο βαθμό προς αυτό το κοινό. Σε αντίθεση με την ταινία του Γουάιλερ, ο Χριστός έχει μεγαλύτερο ρόλο μέσα στην πλοκή, κι ανάμεσα στους παραγωγούς του φετινού φιλμ βρίσκονται ο Μαρκ Μπερνέτ κι η Ρόμα Ντάουνι, παραγωγοί των τηλεοπτικών «Η Βίβλος» («The Bible», 2013), «Ο Υιός του Θεού» («Son of God», Κρίστοφερ Σπένσερ, 2014) και «A.D.: the Bible continues» (2015). Όμως η ταινία δε διαθέτει ούτε κάποιον χαρισματικό πρωταγωνιστή αντάξιο του Ίστον, ούτε την κινηματογραφική μεγαλοπρέπεια που φρόντισαν να προσδώσουν στην ιστορία οι προηγούμενοι σκηνοθέτες. O Χιούστον στερείται παράστημα και γοητεία, η σκηνή της αρματοδρομίας υστερεί σε αληθοφάνεια σε σύγκριση με την αντίστοιχη του ’59 καθώς είναι φτιαγμένη ως επί το πλείστον ψηφιακά (το μεγαλύτερο μέρος του κτηρίου, η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών και τ’ ατυχήματα), ενώ ο Μπεκμαμπέτοφ σκηνοθετεί κυρίως με φρενήρη κοντινά πλάνα που αποτελούν μια πολύ πιο πεζή αισθητική αντιμετώπιση απ’ αυτή που ίσως απαιτεί το υλικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή της ναυμαχίας, δοσμένη σχεδόν αποκλειστικά με υποκειμενικά πλάνα από την πλευρά του ήρωα, οπτικά σχεδόν ακατάληπτη και καθόλου αγωνιώδης ή θεαματική. Όχι τυχαία, η ταινία κατέληξε μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές καταστροφές των τελευταίων χρόνων, με προϋπολογισμό 100 εκατομμυρίων δολαρίων και παγκόσμιες εισπράξεις μόλις 65 εκατομμυρίων.