
Αυτή την εβδομάδα βλέπουμε την επιβεβαίωση αλλά και την εξαίρεση του κανόνα, ότι τα καθυστερημένα σίκουελ μοιάζουν με ξαναζεσταμένο φαγητό.
ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΤΟΡΙ
FINDING DORY
Σκην.: Άντριου Στάντον, Άνγκους Μακλέιν
Ακούγονται οι φωνές των: Έλεν ΝτεΤζένερις, Άλμπερτ Μπρουκς, Ίντρις Έλμπα, Κέιτ Μακίνον, Μπιλ Χέιντερ, Νταϊάν Κίτον
Ο Μάρλιν κι ο Νέμο βοηθούν τη Ντόρι να βρει τους γονείς της, οι αναμνήσεις των οποίων αρχίζουν να επανέρχονται σταδιακά στο μυαλό της.
Κωμωδία κινουμένων σχεδίων, που αποτελεί συνέχεια του «Ψάχνοντας τον Νέμο» («Finding Nemo», Άντριου Στάντον και Λη Άνκριτς, 2003), μιας από τις πιο αγαπημένες κι εμπορικά επιτυχημένες ταινίες της εταιρείας Pixar. Η φετινή συνέχεια αποδείχτηκε εξίσου επιτυχημένη στα ταμεία, με 950 εκατομμύρια δολάρια παγκόσμιες εισπράξεις μέχρι στιγμής, και καθόλου άδικα, αφού διατηρεί το έξυπνο χιούμορ, την τρυφερότητα και την ευρηματικότητα στη δημιουργία ιδιόμορφων χαρακτήρων κι ασταμάτητης πλοκής.
Αναπαράγοντας τα θέματα της πρώτης ταινίας, έτσι κι η φετινή μιλάει για τη φιλία, την οικογένεια και τη διασταύρωση αυτών των δύο, όταν οι φίλοι γίνονται δεύτερη οικογένεια. Επίσης, ο απογαλακτισμός, η αυτονομία κι η ωριμότητα είναι πάντα θέματα που εντοπίζονται στο σενάριο, όπως και στο απίστευτα χαριτωμένο μικρού μήκους «Piper» (επίσης παραγωγή της Pixar, σε σκηνοθεσία Άλαν Μπαριγιάρο) που προβάλλεται πριν απ’ τη «Ντόρι».
ΤΖΕΪΣΟΝ ΜΠΟΡΝ
JASON BOURNE
Σκην.: Πωλ Γκρίνγκρας
Πρωτ.: Ματ Ντέιμον, Τζούλια Στάιλς, Αλίσια Βικάντερ, Τόμι Λη Τζόουνς, Βενσάν Κασέλ
Η πράκτορας της CIA, Νίκι Πάρσονς, εντοπίζει τον Τζέισον Μπορν στην Ελλάδα, και τον προσεγγίζει για να του παραδώσει πληροφορίες που ανατρέπουν όσα γνώριζε μέχρι τώρα για το πρόγραμμα Treadstone, του οποίου αποτελεί μέλος και τον ωθούν να στραφεί γι’ ακόμα μια φορά εναντίον της ηγεσίας της Υπηρεσίας.
Κατασκοπική περιπέτεια που αποτελεί την πέμπτη προσθήκη στη σειρά με ήρωα τον Τζέισον Μπορν, λογοτεχνικό δημιούργημα του αμερικανού συγγραφέα Ρόμπερτ Λάντλαμ. Ο 46χρονος Ντέιμον υποδύεται για τέταρτη φορά τον διασημότερο ρόλο της καριέρας του, μετά από τα «Χωρίς ταυτότητα» («The Bourne identity», Νταγκ Λάιμαν, 2002), «Στη σκιά των κατασκόπων» («The Bourne supremacy», Πωλ Γκρίνγκρας, 2004) και «Το τελεσίγραφο του Μπορν» («The Bourne ultimatum», Πωλ Γκρίνγκρας, 2007). Αυτά ακολούθησε το σίκουελ και spin-off «Η κληρονομιά του Μπορν» («The Bourne legacy», Τόνι Γκίλροϊ, 2012), που επιχείρησε να συστήσει έναν καινούριο πράκτορα με όνομα Άαρον Κρος, τον οποίο υποδύθηκε ο Τζέρεμι Ρένερ, χωρίς όμως η ταινία να καταφέρει να κερδίσει την ίδια κριτική αναγνώριση ή να σημειώσει παρόμοια εμπορική επιτυχία μ’ εκείνη των τριών προηγούμενων. Έτσι, η Universal επαναφέρει το επιτυχημένο δίδυμο σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή, επιχειρώντας να διατηρήσει ζωντανή μία από τις περισσότερα υποσχόμενες σειρές της.
Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη σειρά, είναι ότι έχει μάλλον περιορισμένα περιθώρια επέκτασης. Οι τρεις πρώτες ταινίες κατάφεραν να διατηρήσουν την πειστικότητα και τη φρεσκάδα τους, καθώς ξετύλιγαν το μυστήριο του παρελθόντος του ήρωα. Όπως αποδεικνύεται με τη φετινή συνέχεια, οι σεναριογράφοι θεωρητικά μπορούν στο διηνεκές να εφευρίσκουν μια νέα πτυχή της ιστορίας και να την αποκαλύπτουν ως μέχρι πρότινος μυστική. Όμως είναι αμφίβολο αφενός κατά πόσο αυτές οι νέες πτυχές θα παραμένουν πειστικές για πολύ ακόμα κι αφετέρου αν θα μπορούν να υποστηρίζουν ένα επίσης περιορισμένο φορμά δράσης όπως αυτό που περιγράφω παρακάτω σε παρένθεση, πριν αυτό καταντήσει βαρετό.
Σε αντίθεση δηλαδή με άλλες σειρές κατασκοπικών περιπετειών που εκτυλίσσονται σε πιο φωτεινούς, τρυφηλούς, ελκυστικούς κόσμους με γκάτζετ κι εξωφρενικό θέαμα, όπως ο Τζέιμς Μποντ κι οι Επικίνδυνες Αποστολές, ο κόσμος του Μπορν είναι μουντός κι ο ήρωας μάλλον μονοδιάστατος, αφού (περι-)ορίζεται από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες: προσπαθεί πάντα σοβαρός και θυμωμένος να διαλευκάνει το παρελθόν του, καθώς τον καταδιώκουν τα πρώην αφεντικά του. Για πόσο λοιπόν αυτό το παρελθόν θα ξετυλίγεται και για πόσο θα κρατήσει το κυνηγητό, αφού όλοι όσοι τον απειλούσαν ή είχαν κάτι να χάσουν εξαιτίας της ύπαρξής του, μετά από τέσσερις ταινίες έχουν πεθάνει;
Μάλιστα, το μόνο υπηρεσιακό στέλεχος από τις προηγούμενες ταινίες που είναι ζωντανό ή εκτός φυλακής, θα μπορούσε εδώ να υποστηρίξει τον Μπορν και θα ενίσχυε την αφηγηματική σύνδεση με τις προηγούμενες, είναι η Πάμελα Λάντι που υποδυόταν η Τζόαν Άλεν, κι η οποία παραλείπεται ανεξήγητα από το φετινό σενάριο. Ακόμα όμως και στην ευνοϊκότερη δυνατή έκβαση για τον ήρωα, αν δηλαδή σταματήσει η καταδίωξη από τη CIA, ο Μπορν χάνει το ιδιαίτερό του γνώρισμα, ως ένας ήρωας ενάντια στο κατεστημένο, οπότε τι επιλογές απομένουν γι’ αυτόν;
Ίσως η πιο χαρακτηριστική ένδειξη των παραπάνω μέσα στην ταινία, είναι η ανεξήγητη σιωπή του Μπορν, ο οποίος πάντοτε ήταν λακωνικός, αλλά εδώ το σενάριο τον ‘φιμώνει’ χωρίς προφανή λόγο. Το αποτέλεσμα είναι ο ήρωας να περιφέρεται σχεδόν διεκπεραιωτικά μέσα στην τυποποιημένη δομή της σειράς (καταδίωξη με τα πόδια, σωματική μάχη, καταδίωξη με μηχανή, σωματική μάχη, καταδίωξη με αυτοκίνητο, σωματική μάχη κ.ο.κ.), σαν κάποιος να τον ξύπνησε από δεκαετή λήθαργο κι αυτός άρχισε να τρέχει μηχανικά, χωρίς να το πολυσκέφτεται.
Παρά τις όποιες ενστάσεις πάντως, ευτυχώς η τεχνική του φιλμ δεν έχει χάσει τη μαεστρία και τη φρενήρη ενέργειά της, χάρη στην αμεσότητα και την ένταση με την οποία ο Γκρίνγκρας καθοδηγεί την κινηματογράφηση του διευθυντή φωτογραφίας Μπάρι Άκροϊντ και το αριστοτεχνικό μοντάζ του Κρίστοφερ Ράουζ, βραβευμένου με Όσκαρ για το «Bourne Ultimatum» και συν-σεναριογράφου του φετινού φιλμ, ενώ πολύτιμη αποδεικνύεται η εμπειρία του Σάιμον Κρέιν στη σκηνοθεσία της δεύτερης μονάδας του συνεργείου.
Τα σχεδόν 400 εκατομμύρια εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίων εισπράξεων της ταινίας, μπορεί να μην αντεπεξέρχονται ακριβώς στις προσδοκίες της τελευταία καλομαθημένης Universal, η οποία είχε τρεις δικές της ταινίες με πάνω από ένα δισεκατομμύριο η καθεμία στο παγκόσμιο top-5 του 2015. Είναι αρκετά όμως για να κρατήσουν τη σειρά ζωντανή, με την προϋπόθεση ότι οι σεναριογράφοι θα καταφέρουν ν’ αντεπεξέλθουν μ’ ενδιαφέρουσες λύσεις στις προκλήσεις που απειλούν τη φρεσκάδα και τη βιωσιμότητα του ήρωα.

