Toυ Γιάννη Γ. Τσερεβελάκη

Η Ευρώπη ζει σήμερα μια οριακή ιστορική στιγμή, ένα οριακό σημείο στην ιστορία της, ανάλογο με εκείνα των μεγάλων μεταναστεύσεων του 4ου και 5ου μ.Χ. αιώνα, των ανακαλύψεων ή της βιομηχανικής επανάστασης. Ο καιρός που η Ευρώπη μπορούσε να μένει ανεπηρέαστη, κρατώντας έξω από τα σύνορά της όσα συνέβαιναν εκτός του ευρωπαϊκού χώρου (γεγονότα τα οποία κατά κανόνα τα ίδια τα ευρωπαϊκά κράτη προκαλούσαν με την επεκτατική πολιτική τους), έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Εκτός του ότι ο κόσμος σήμερα είναι μια γειτονιά, ένα πλανητικό χωριό, όπως έχει αποκληθεί, τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στην Αφρική και στη Μ. Ανατολή καθώς και η ακραία φτώχεια και οι απάνθρωπες συνθήκες ζωής που επικρατούν σε πολλές χώρες της Ασίας και της Αφρικής έχουν κάμει την ευημερούσα και δημοκρατική Ευρώπη πόλο έλξης για εκατομμύρια βασανισμένους από τη φτώχεια και τους πολέμους και διωκόμενους από τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα ανθρώπους. Κατά χιλιάδες αφήνουν οι άνθρωποι τις πατρίδες τους, για να έλθουν στον ευρωπαϊκό «παράδεισο».

Από την άλλη, είναι πλέον «ηλίου φαεινότερον» ότι ο ευρωπαϊκός κόσμος, αυτός που εξήλθε από τη λεγόμενη «νεωτερικότητα», πνέει τα λοίσθια. Και για να εξηγηθώ: ο πολιτισμός που προήλθε από την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό του 18ου αιώνα και οδήγησε στην αλματώδη πρόοδο των θετικών επιστημών, στη βιομηχανική επανάσταση και στην τεχνολογική έκρηξη του 20ού αιώνα, αυτός ο πολιτισμός του ορθού λόγου και της ατέρμονης προόδου, της αισιοδοξίας και της ρήξης προς κάθε μεταφυσική νοηματοδότηση της ζωής και του κόσμου, είναι εμφανές ότι έχει υποστεί πολλαπλά πλήγματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, που είναι γέννημα και πρωταρχικό αξίωμα του πολιτισμού της νεωτερικότητας υπάρχουν μόνο στις διακηρύξεις. Ο πολιτισμός της νεωτερικότητας που αποκήρυξε ή εξοβέλισε το Θεό, για να τοποθετήσει στη θέση του τον άνθρωπο ως τη νέα θεότητα, που αντικειμενοποίησε τη φύση και την υπέταξε στον άνθρωπο, που διέλυσε τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής υπέρ της αστικής και εκβιομηχανισμένης κοινωνίας, αυτός ο πολιτισμός που τον γέννησε η Ευρώπη περνάει δύσκολες ώρες.

Η αλλαγή εμφανίστηκε ήδη από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, οι οποίοι έδειξαν ότι η αισιοδοξία λόγω της τεχνολογικής προόδου, ο ορθολογισμός και ο λεγόμενος ανθρωπισμός, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, δεν ήταν και τόσο σταθερά σαν θεμέλια. Ακολούθως η οικολογική κρίση, τα προβλήματα του λεγόμενου Τρίτου κόσμου, η επανάσταση στο χώρο της πληροφορίας, ο υπερκαταναλωτισμός και η παγκοσμιοποίηση πολλαπλασίασαν τα προβλήματα και όλο το ευρωπαϊκό αξιακό οικοδόμημα (η ορθολογιστική αντικειμενική βεβαιότητα, ο αστικός πολιτισμός, η αρχή των εθνοτήτων με το έθνος- κράτος, το όραμα της γενικής ευτυχίας, η ατέρμονη πρόοδος, τα ανθρώπινα δικαιώματα κλπ) μπήκαν σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, η οποία έχει ενταθεί στις μέρες μας με τα φαινόμενα που περιγράψαμε στον πρόλογο. Την ίδια ώρα η θρησκεία, που ο ορθολογισμός θέλησε να αντικαταστήσει με επιστημονικές βεβαιότητες, δίδει και πάλι το «παρών» με τον πιο εμφατικό τρόπο, εισάγοντας έτσι το «παράλογο» του Θεού στην εκκοσμικευμένη ιστορία της νεωτερικότητας.

Και όπως συμβαίνει σε κάθε τέτοια βαθιά αλλαγή, τη θέση όλων αυτών που η Ευρώπη αφήνει πίσω της πήρε κάτι άλλο, κάτι που είναι- δυστυχώς- πάνω και πέρα από κράτη και έθνη, υπεράνω της πολιτικής, την οποία μάλιστα ελέγχει απόλυτα. Πρόκειται για τις λεγόμενες «αγορές». Τις απρόσωπες, παντοδύναμες, ακαταμάχητες αγορές, ήτοι μεγάλες Τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που σκοπό έχουν το κέρδος και τη μεγιστοποίηση των κεφαλαίων τους. Από τη στιγμή που οι αγορές και το κέρδος έχουν τον πρώτο λόγο σε βάρος της πολιτικής, όλο το οικοδόμημα της νεωτερικότητας γκρεμίζεται. Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των δανειστών (δηλ. των αγορών), όλα αρχίζουν να είναι «υπό αίρεσιν». Οι αγορές, με τη σύμφωνη γνώμη και των υποχειρίων τους πολιτικών, ελέγχουν τα πάντα. Επιβάλλουν μνημόνια και, βάσει αυτών, εξαναγκάζουν τα κράτη να προβούν σε «μεταρρυθμίσεις», που βρίσκονται σε άμεσο συσχετισμό με την καθημερινότητα της ζωής των πολιτών. Μπροστά στις απαιτήσεις των αγορών οι άνθρωποι χάνουν τα εργασιακά (και όχι μόνο) δικαιώματα, φτώχεια και ανεργία πλήττουν ανηλεώς τις κοινωνίες. Τελικά ο άνθρωπος θυσιάζεται στον Μολώχ του κέρδους, που λατρεύουν οι αγορές, ενώ διακυβεύεται και η ίδια η ανεξαρτησία των κρατών. Όλα αυτά τα λέει με τον πιο σύντομο αλλά και πιο δραστικό τρόπο ο λόγος του ποιητή: «Στα εμπορικά κέντρα της σήμερον/ετοιμάζονται οι σφαγές της αύριον» (Χόρχε Ρίχμαν, Ισπανός ποιητής).

Ας συνοψίσουμε: μετανεωτερικότητα με όλα όσα αυτή σημαίνει, παγκοσμιοποίηση (της πληροφορίας, των ιδεών, των πολιτισμών, των προϊόντων) κυριαρχία των αγορών και μετανάστευση έχουν αρχίσει να ισοπεδώνουν όλο το αξιακό οικοδόμημα της Ευρώπης (αν δεν το έχουν ισοπεδώσει ήδη). Η Ευρώπη χτίστηκε πάνω σε τρεις πυλώνες: στον αρχαίο ελληνικό κόσμο του λόγου και της δημοκρατίας, στο χριστιανικό κήρυγμα της αγάπης και της φιλανθρωπίας και στο ρωμαϊκό δίκαιο. Όλα αυτά σήμερα βρίσκονται σε κρίση. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πλήττονται βάναυσα, η φτώχεια και η ανεργία χτυπούν και τις ευρωπαϊκές χώρες, η δημοκρατία κινδυνεύει από τους φανερούς και αφανείς εχθρούς της (παντοδύναμες αγορές, ακροδεξιά κόμματα, ακραίο Ισλάμ, τρομοκρατία), η ευρωπαϊκή συνοχή διέρχεται κρίση, η οικονομική κρίση βαθαίνει, τα ΜΜΕ είναι εν πολλοίς κατευθυνόμενα από τους εκπροσώπους των αγορών, το οικολογικό πρόβλημα εντείνεται, η πολιτική έχει απαξιωθεί κι έχει μεταβληθεί σε όργανο των αγορών, η Ευρώπη τείνει να χάσει τη χριστιανική της ταυτότητα, και μάλιστα την ώρα που οι Μουσουλμάνοι κάνουν το παν, για να είναι αισθητή η παρουσία τους στον ευρωπαϊκό χώρο. Εντυπωσιάζει π.χ. το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι στηρίζουν τον νέο-οθωμανό Ερντογάν, σε μια Τουρκία κατ’ όνομα μόνο δημοκρατική.

Το ερώτημα που τίθεται ενώπιον των Ευρωπαίων και που απαιτεί επειγόντως απάντηση είναι:

- Μέσα στο καινούργιο περιβάλλον θέλουμε μια Ευρώπη των αγορών ή μια Ευρώπη που θα σέβεται τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο πολιτισμός της;

Η απάντηση είναι προφανής. Αν θέλει η Ευρώπη να παραμείνει αυτό που είναι ως πολιτισμός, ως κοινωνία, ως δημοκρατία, οφείλει να ξαναβρεί και να ακολουθήσει τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες της: του σεβασμού του ανθρώπινου προσώπου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες), την πολιτική που δίνει προτεραιότητα στον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Μόνον έτσι θα θέσει υπό έλεγχο τις αγορές, θα υποχρεώσει τους μετανάστες που έρχονται από διαφορετικούς πολιτισμικούς χώρους να σεβαστούν το νομικό πολιτισμό της και θα εμπεδώσει τη δημοκρατία καθώς και το αίσθημα του δικαίου και της ασφάλειας στους πολίτες της.