
Σκοτεινό τούνελ
Ένα κινηματογραφικό σύμπαν υπερηρώων που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του στο σκοτάδι, και μια σειρά δράσης χωρίς λόγο ύπαρξης.
ΟΜΑΔΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ
SUICIDE SQUAD
Σκην.: Ντέιβιντ Άιρ
Πρωτ.: Γουίλ Σμιθ, Μάργκο Ρόμπι, Τζόελ Κίναμαν, Βαϊόλα Ντέιβις, Τζάρεντ Λέτο, Τζάι Κόρτνι, Αντεουάλε Ακινόουε-Αγκμπάτζε, Κάρα Ντελεβίν, Μπεν Άφλεκ
Η αμερικανική κυβέρνηση συγκεντρώνει τους πιο επικίνδυνους εγκληματίες στον κόσμο, για να φτιάξει μια ομάδα κρούσης έκτακτων συνθηκών. Μια τέτοια συνθήκη προκύπτει όταν το πνεύμα μιας μάγισσας ανακτά την καρδιά του κι επιχειρεί να καταστρέψει τον κόσμο.
Περιπέτεια φαντασίας, που αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά των ομώνυμων υπερηρώων, οι οποίοι έχουν εμφανιστεί στα κόμικ της DC με πολλές διαφορετικές μορφές και συνθέσεις μέσα στα χρόνια, η πρώτη από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το 1959. Μετά από το «Άνθρωπος από Ατσάλι» («Man of Steel», Ζακ Σνάιντερ, 2013) και το φετινό «Batman v Superman: η αυγή της δικαιοσύνης» («Batman v Superman: dawn of justice», Ζακ Σνάιντερ), αυτή είναι η τρίτη -και πάντα απογοητευτική- προσθήκη στο κινηματογραφικό σύμπαν της DC, η οποία τρέχει να προλάβει την πρωτοπόρο Marvel και που, παρά τις ικανοποιητικές εισπράξεις των ταινιών της, ποιοτικά φαίνεται να έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει.
Παρά τις υψηλές προσδοκίες που είχε δημιουργήσει ο σκηνοθέτης Άιρ μετά από το πολύ καλό «Fury» (2014) και το ταλαντούχο καστ που έχει να καθοδηγήσει εδώ, το σενάριο που υπογράφει ο ίδιος μπορεί ευτυχώς να περιέχει περισσότερο χιούμορ από το «Batman v Superman», αλλά υποφέρει από πολλά παρόμοια ελαττώματα μ’ εκείνα της ταινίας του Σνάιντερ, όπως η στριμωγμένη πλοκή που εξελίσσεται με βιασύνη, ημιτελείς κι άνισους χαρακτήρες, ασαφή διακυβεύματα κι εσωτερική ασυνέπεια. Ας μου εξηγήσει δηλαδή κάποιος, γιατί μια μάγισσα που έχει τη δύναμη να καταστρέψει τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της με πολεμικές τέχνες;
Επιπλέον, η μικροκαμωμένη, λεπτής ομορφιάς και περιορισμένων υποκριτικών ικανοτήτων Κάρα Ντελεβίν είναι εξαιρετικά άστοχη επιλογή στον ρόλο της μοχθηρής μάγισσας, ο Κόρτνι ενσαρκώνει έναν ήρωα με την ικανότητα να… πετάει μπούμερανγκ (;;;) κι ο Λέτο αποδίδει τον πιο επιφανειακό κι αδιάφορο Τζόκερ στην ιστορία του κινηματογράφου, ενώ η προσπάθεια του σάουντρακ να προσδώσει περισσότερο cool στην πλοκή μέσα από κλασικό ροκ ρεπερτόριο μοιάζει επιτηδευμένη και καταντάει κουραστική, ως απλώς μια απόπειρα οικειοποίησης της παρόμοιας τακτικής της Marvel στους «Φύλακες του γαλαξία» («Guardians of the galaxy», Τζέιμς Γκαν, 2014).
ΤΟ ΜΟΥΤΡΟ: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
MECHANIC: RESURRECTION
Σκην.: Ντένις Γκάνσελ
Πρωτ.: Τζέισον Στέιθαμ, Τζέσικα Άλμπα, Τόμι Λη Τζόουνς, Μισέλ Γιο
Ο εκτελεστής Άρθουρ Μπίσοπ αναγκάζεται να επανέλθει στην ενεργό δράση, καθώς ένας παλιός γνωστός του τον εκβιάζει με τον θάνατο της κοπέλας του, ώστε να τον υποχρεώσει να εκτελέσει για εκείνον τρεις ανταγωνιστές του εμπόρους όπλων.
Ταινία δράσης που αποτελεί συνέχεια του «Το μούτρο» («The mechanic», Σάιμον Γουέστ, 2011), το οποίο ήταν ριμέικ του ομότιτλου φιλμ που γύρισε ο Μάικλ Γουίνερ το 1972 με πρωταγωνιστή τον Τσαρλς Μπρόνσον. Με την προηγούμενη ταινία να έχει εισπράξει μόλις 62 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, δε μπορώ να φανταστώ ποιός αποφάσισε ότι ένα σίκουελ ήταν μια καλή επένδυση. Το πενιχρό αμερικανικό άνοιγμα του φιλμ με 7,5 εκατομμύρια το σαββατοκύριακο που πέρασε, ελπίζω να σβήσουν οριστικά τις πιθανές φιλοδοξίες για περισσότερες συνέχειες, γλιτώνοντάς μας από αδιάφορες περιπέτειες που θα έπρεπε να κυκλοφορούν κατευθείαν στο βίντεο.
Σε μια εποχή που ο Ντάνιελ Κρεγκ παλεύει στην οροφή ενός κινούμενου τρένου κι ο Τομ Κρουζ κρεμιέται έξω από τον ψηλότερο ουρανοξύστη του κόσμου, δυστυχώς ο Μπίσοπ μοιάζει σαν φτωχός ξάδερφος του Τζέιμς Μποντ και του Ίθαν Χαντ, μ’ ένα εκνευριστικά απλοϊκό, ανούσιο, καθόλου πειστικό σενάριο, και σκηνοθεσία στηριγμένη στην ευκολία της green screen και των ψηφιακών εφέ. Η δράση μπορεί να έχει περιστασιακά εμπνευσμένες ιδέες, όπως η πρώτη απόδραση του ήρωα από το βαγόνι του τελεφερίκ, γενικά όμως αυτές οι ιδέες είναι δευτερογενείς, καθώς παραπέμπουν σε παρόμοια κατορθώματα των δύο προαναφερθέντων κατασκόπων. Εμβληματικότερη ιδέα όλων η δολοφονία της πισίνας, όπου ο Στέιθαμ προσπαθεί να μιμηθεί τον Τομ Κρουζ, κρεμασμένος έξω από έναν ουρανοξύστη. Το χειρότερο όμως είναι ότι τόσο αυτή, όσο κι όλες οι σκηνές δράσης και θεάματος του φιλμ στερούνται πειστικότητα: ο Κρουζ κρεμόταν στ’ αλήθεια έξω απ’ το Burj Khalifa στο «Επικίνδυνες αποστολές: Πρωτόκολλο Φάντασμα» («Mission: Impossible- Ghost Protocol», Μπραντ Μπερντ, 2011), ενώ ο Στέιθαμ βρίσκεται στην αναληθοφανή ασφάλεια ενός στούντιο με ψηφιακό φόντο. Όμως μάλλον ζητάμε πολλά από μια ταινία δράσης που δεν πληροί καν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις του είδους, αφού δεν υπάρχει ούτε μία έκρηξη στην ταινία που να μην είναι ψηφιακά κατασκευασμένη, αντί με αληθινά εκρηκτικά.
ΟΛΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΑΠΟ ΛΙΓΟ!!
EVERYBODY WANTS SOME!!
Σκην.: Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ
Πρωτ.: Μπλέικ Τζένερ, Τζάστον Στριτ, Ράιαν Γκάζμαν, Τάιλερ Χέκλιν
Τα μέλη μιας φοιτητικής ομάδας μπέιζμπολ περνούν το τελευταίο ελεύθερο και ξέφρενο σαββατοκύριακό τους πριν από την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς.
Νεανική κωμωδία με την οποία ο σκηνοθέτης συνεχίζει την ενασχόλησή του με γνώριμα θέματα της φιλμογραφίας του, όπως η σχολική και φοιτητική ζωή, οι ηλικιακές μεταβάσεις, και συγκεκριμένα το πέρασμα από την ανεμελιά της νεότητας στην ανάληψη των ευθυνών της ενηλικίωσης. Περισσότερο ή λιγότερο αυτά ζητήματα εντοπίζονται στα «Νεανικά μπερδέματα» («Dazed and confused», 1993), «Suburbia» (1996), «Tape» (2001), «Ένα σχολείο πολύ ροκ» («School of Rock», 2003) και «Μεγαλώνοντας» («Boyhood», 2014).
Ωστόσο, το θέμα και η φόρμα της φετινής ταινίας του σκηνοθέτη μοιάζουν τόσο πολύ με τα «Νεανικά μπερδέματα» ώστε αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια άτυπη συνέχειά τους, παρότι αφορά διαφορετικούς χαρακτήρες κι εκτυλίσσεται τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1980. Αντί για το σχολείο, η κάμερα αυτή τη φορά ακολουθεί μια παρέα αγοριών στο πανεπιστήμιο, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πολύ διαφορετικό. Ο Λίνκλεϊτερ δηλαδή καταφέρνει ν’ αναπαραστήσει μια εποχή με κέφι, αληθοφάνεια, πλούσιο σάουντρακ και πλήθος νοσταλγικών πολιτισμικών αναφορών, διατηρώντας τον ήρεμο, περιηγητικό ρυθμό του με τις ελάχιστες και καθόλου συνταρακτικές εξάρσεις.
Μια αξιοσημείωτη σεναριακή διαφορά, είναι ότι στα «Μπερδέματα» βλέπαμε το τέλος της σχολικής χρονιάς, ενώ εδώ παρακολουθούμε το ξεκίνημα των φοιτητικών χρόνων, τουλάχιστον για τον κεντρικό ήρωα, Τζέικ.
Η ταινία του 1993 τελείωνε αισιόδοξα, με τον Πινκ ν’ αποφασίζει να μην υποκύψει στον καταπιεστικό συμβιβασμό του προπονητή του, ενσαρκώνοντας έτσι την επαναστατικότητα και την αυτονομία μιας νεολαίας που έπαιρνε το μέλλον στα χέρια της. Εδώ, ο σκηνοθέτης κλείνει την ταινία μάλλον απαισιόδοξα, αφού το τελευταίο πλάνο θέλει τους δύο συμφοιτητές να κοιμούνται πάνω στο θρανίο του πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου, αφήνοντας μια επίγευση αδιαφορίας, τεμπελιάς κι έλλειψης οράματος.

