
Μία εβδομάδα μας χωρίζεσι περίπου από την έναρξη του νέου σχολικού έτους. Φυσικά εννοώ την επιστροφή των εκπαιδευτικών στα σχολεία τους, προκειμένου ν’ αρχίσουν οι προκαταρκτικές εργασίες, ώστε όλα να είναι έτοιμα για ν’ αρχίσουν τα μαθήματα στις αρχές του δεύτερου δεκαημέρου του Σεπτέμβρη. Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε όλα να πάνε καλά χωρίς κενά διδασκάλων, τα βιβλία να δοθούν στην ώρα τους και όλα να λειτουργήσουν όπως πρέπει να λειτουργεί ένας τόσο ευαίσθητος και νευραλγικός τομέας που δεν είναι άλλος απ’ αυτόν της παιδείας μας.
Πολλά εξαρτώνται απ’ αυτή και όσοι επένδυσαν στην παιδεία πέτυχαν αρκετά. Η μόρφωση ενός λαού καθορίζει και τις τύχες του, την πορεία του και την πρόοδό του.
Αυτό το αντιλήφθηκε, το πίστεψε και το υπηρέτησε με αφοσίωση και αγάπη ο Κοσμάς ο Αιτωλός, τη μνήμη του οποίου σήμερα γιορτάζουμε. Γεννήθηκε ανάμεσα στα έτη 1700-1707 από μια φτωχή και ταπεινή μητέρα η οποία εργαζόταν στα χωράφια και τον γέννησε στην εξοχή κάτω από ένα δέντρο με μόνα σπάργανα για το βρέφος κάποια φύλλα. Σε μια εξοχική λοιπόν περιοχή ανάμεσα στα χωριά Μέγα Δέντρο και Ταξιάρχης στην ορεινή Τριχωνία. Λέγεται ότι κατά τον ίδιο τρόπο, ογδόντα χρόνια αργότερα, γεννήθηκε ο μεγάλος Ρουμελιώτης αγωνιστής του 1821, ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο πατέρας του Κοσμά ήταν ένας φτωχός μεροκαματιάρης. Πριν ξεκινήσει και αποδυθεί στο μεγάλο του ιεραποστολικό έργο στη στεριανή και νησιωτική νοτιοδυτική περιοχή των Βαλκανίων, έκανε πράξη την αγάπη προς το παιδί. Εδραίωσε τον δάσκαλο, τον “πρώτο στυλοβάτη του Εθνους, την πρώτη επαφή του ασχημάτιστου παιδιού με τον κόσμο των μεγάλων” όπως ο ίδιος έλεγε συχνά. Εργάστηκε ως υποδιδάσκαλος στην σχολή της Λομποτινάς, μια σημαντική σχολή με μεγάλη προσφορά η οποία ιδρύθηκε το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα στην περιοχή της ορεινής Ναυπακτίας. Εκεί έδειξε και τα προσόντα του, τα πλούσια εκπαιδευτικά του χαρίσματα. Φρονών ότι χρέος κάθε άξιου του μεγάλου προορισμού του διδασκάλου ήταν όχι ο πλουτισμός ή έστω ο απλός βιοπορισμός, αλλά η διδασκαλία στον κοινό λαό, ένα λαό που ζούσε σε πρωτόγονη απαιδευσία. Αυτά διέγνωσε ο Κοσμάς και επέδειξε ζήλο και ιερό φανατισμό στο έργο του. Διδακτήριό του τον χειμώνα ήταν ο νάρθηκας της εκκλησίας και το καλοκαίρι ο ίσκιος των δέντρων. Οι μαθητές του έφεραν μάλλινες σάκες για να φυλάσσουν τα λίγα βιβλία τους, την πλάκα και κάποιο τετράδιο, στη ζώνη τους, δε, φύλαγαν την πέννα, το κονδύλι και το καλαμάρι.
Υπήρξε καινοτόμος και επαναστάτης, αφού καθιέρωσε δική του μέθοδο κατά τη διδασκαλία του. Οι μαθητές του κρέμονταν από τα χείλη του κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ποτέ του δεν έδειρε μαθητή και το ξύλο ως μέσο αγωγής τού ήταν άγνωστο και αδιάφορο.
Δημιουργούσε σύζευξη ψυχής με τους μαθητές του, δενόταν τόσο μαζί τους με αποτέλεσμα το παιδαγωγικό του έργο να καρποφορεί σε μεγάλο βαθμό, κάτι που ευχαριστούσε δάσκαλο και μαθητές.
Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά:
“Πρέπον και εύλογον είναι όταν ένας διδάσκαλος θέλει να διδάξει, πρώτον να εξετάζει τι λογής ακροατάς έχει. Επειτα οι ακροαταί να εξετάζουν και αυτοί τι λογής διδάσκαλος είναι”.
Ως δάσκαλος ο Κοσμάς ο Αιτωλός συνδύαζε την απλότητα με την φλόγα της εθνικής έξαρσης. Εβλεπε πως στην κατάσταση που βρισκόταν ο λαός, εξαγριωμένος από την αμάθεια και ο οποίος έμοιαζε περισσότερο με θηρίο παρά με άνθρωπο, είχε ανάγκη από απλή και γενναία διδασκαλία. Θεωρούσε και τόνιζε ότι τα κακά θα έρθουν από πολύ διαβασμένους, από τους σχολαστικούς εκείνους που θα ήθελαν να μορφώσουν τους νέους μας με γλώσσα ακατανόητη. Το κατά κόσμο όνομά του ήταν Κώστας Ανυφαντής. Πάντοτε πίστευε στην εξωσχολική δράση και πάντοτε τόνιζε ότι η αποστολή του δασκάλου δεν εξαντλείται μόνο μέσα στο σχολείο. Τις Κυριακές εξηγούσε στην εκκλησία το ευαγγέλιο, λαμβάνοντας ρητά απ’ αυτό τα οποία προσάρμοζε στην καθημερινή του διδασκαλία. Υπήρξε σπουδαστής της Αθωνιάδης σχολής του Αγίου Ορους, μιας σχολής που τόσους ανέδειξε. Εκεί έλαβε τη μόρφωση και ο εθνομάρτυρας Ρήγας Φεραίος. Ο Κοσμάς όμως ήταν απόφοιτος και του ελληνομουσείου των Αγράφων, όπως και του σχολείου του Βατοπεδίου. Μετά τη διάλυση του σχολείου πηγαίνει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου όπου χειροτονείται ιερομόναχος με το όνομα Κοσμάς. Από κει, αφού πήρε συγχώρεση από τους συμμοναστές του και αφού τους αποχαιρέτησε, καταφεύγει στην Κωνσταντινούπολη, κέντρο της θρησκευτικής και εθνικής αναβάπτισης του γένους. Για το θεάρεστο έργο του επιβραβεύεται από τον τότε πατριάρχη Σεραφείμ τον Β’ και χρίζεται “γενικός ιεροκήρυκας της ανατολικής εκκλησίας”. Παίρνει το ραβδί του και πάνοπλος αρχίζει τον αγώνα. Κατά την τρίτη περιοδεία του 1775-1779, με έγκριση του οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου του Β΄, επισκέπτεται πολλά νησιά του Αιγαίου όπως επίσης και τη Δωδεκάνησα. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι επισκέφθηκε και την Κρήτη αλλά κάτι τέτοιο μάλλον αποκλείεται γιατί δεν υπάρχουν μαρτυρίες. Το σίγουρο είναι ότι όπου και να πήγε αυτός ο ιεροπόστολος του γένους μας, δίδαξε αφενός και αφετέρου έκτισε πάρα πολλά σχολεία. Η πατρίδα μας σίγουρα του οφείλει πολλά αφού τόσα πολλά προσέφερε και συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να διατηρηθεί η γλώσσα μας, η ορθοδοξία και ο ελληνισμός!
Τον Κοσμά τον Αιτωλό δεν τον σεβάστηκαν μόνο οι Χριστιανοί αλλά τον ετίμησαν και οι Αλβανοί. Τον αποθέωσαν βαπτίζοντάς τον “Τζιομπάν Μπαμπά” δηλαδή Μέγα Αφέντη. Μεγάλος ήταν ο σεβασμός και η τιμή του Αλή Πασά στο πρόσωπό του διότι ο Κοσμάς προέβλεψε το μέλλον του. Μάλιστα λέγεται ότι του έκτισε και μεγαλοπρεπή ναό στον τόπο του μαρτυρίου του.
Το έργο του Κοσμά του Αιτωλού αναγνωρίστηκε από πολλούς, ιστορικούς, ακαδημαϊκούς, καθηγητές Πανεπιστημίου όπως οι: Διονύσιος Κόκκινος, κ.θ. Δημαράς, κ. Αμαντος, Απ. Βακαλόπουλος, Ιωάννης Καλιτσουνάκης, Νικόλαος Βέης. Ολοι αυτοί αναφέρθηκαν στο πολυσήμαντο έργο του.
Χαρακτηριστικά τα λόγια του Νικολάου Τωμαδάκη:
“Ολο το κήρυγμα του Αγίου Κοσμά, ο σκοπός του, η ενέργειά του, υπήρξε θεμελίωση του αγώνα στον οποίο 42 χρόνια μετά (1821) θα απεδύετο το έθνος. Κατάργησε την αργία του Σαββάτου και με απίστευτο αγώνα και προσπάθειες καθιέρωσε την αργία της Κυριακής. Φυσικά κάτι τέτοιο τον έφερε αντιμέτωπο με τον εβραϊκό λαό.
Αυτός ο υποδιδάσκαλος της Λομποτινάς, ο Πατροκοσμάς όπως τον αποκαλούσαν δεν παραμέλησε ούτε στιγμή την εθνική αφύπνιση του λαού μας. Με ζήλο και ιδιαίτερη αγάπη φρόντιζε να ξυπνά τον πατριωτικό ενθουσιασμό και το εθνικό φρόνημα.
Εξιστορούσε τα μεγάλα κατορθώματα των ηρωικών χρόνων:
“Του Ηρακλέους, του Θησέως, του Αχιλλέως, του Αίαντος. Περιέγραφε με τρόπον ζωντανόν την σοφίαν και το μεγαλείον της Αρχαίας Ελλάδος. Διηγείτο τας εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τους αγώνες του Βυζαντίου και τους αμυντικούς πολέμους των Αυτοκρατόρων του κατά των πολλών βαρβάρων, και τελευταίον εναντίον των Τούρκων. Με οφθαλμούς δακρυσμένους αφηγείτο την ηρωικήν πτώσιν του τελευταίου Παλαιολόγου το 1453.
Και ετελείωσεν με τα εμπνευσμένα αυτά λόγια τα οποία εξεσκάλιζαν την σκεπασμένην με πολλήν στάκτην πατριωτικήν σπίθαν των ραγιάδων: “Και εμείς, αδέρφια, είμαστε γνήσιοι απόγονοι των ενδόξων αυτών προγόνων μας. Θα ελευθερωθούμε μιαν ημέραν!”
Βιβλιογραφία: Α) Κώστα Σαρδελή, ο προφήτης του γένους, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Αστήρ.
Β) Κώστα Σαρδελή, ο άγιος των σκλάβων, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα.
Γ) Κ.Σ. Κώνστα, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, εκκλησιαστικαί εκδόσεις εθνικής εκατοπεντηκονταετηρίδος, Αθήνα 1973.
Δ) Πληροφορίες από το διαδίκτυο
Ε) Χριστιανική και ηθική εγκυκλοπαίδεια 7ος τόμος.

