
ΜΕΡΟΣ Β’
Βέβαια εκτός από τα πέντε αυτά τζαμιά παρέμειναν και άλλα μικρότερα. Δύο εβδομάδες μετά την αναχώρηση και των τελευταίων Τούρκων, στις 4 Ιουνίου 1924 ημέρα Τετάρτη αποδόσεως της εορτής του Πάσχα, αποδόθηκε επίσημα στην ορθόδοξη χριστιανική λατρεία ο Ιερός Ναός του Αγίου Τίτου, αφού πρώτα έγινε ο καθιερωμένος αγιασμός. Αφού περατώθηκαν στη συνέχεια όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες και έγιναν και οι ανάλογες εργασίες στις 3 Μαΐου 1925, Κυριακή των Μυροφόρων, έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού αυτού Ναού με ιδιαίτερη λαμπρότητα αλλά και μεγαλοπρέπεια.
Στα εγκαίνια πρωτοστάτησε o Μητροπολίτης Κρήτης Τίτος Ζωγραφίδης και συνιερούργησε όλη η ιεραρχία του νησιού. Τα παρεκκλήσια του Αγίου Τίτου εγκαινιάσθηκαν στις 19 Νοεμβρίου 1933, το αριστερό από τον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο Μαρκάκη, τοποτηρητή της Μητροπόλεως και μετέπειτα Μητροπολίτη Κρήτης, στο όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα και την ίδια ημερομηνία το δεξιό, από τον Μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεο Βενέρη, στο όνομα του Αγίου Νικολάου.
Στις 29 Απριλίου 1928, Κυριακή των Μυροφορων, τελέστηκαν τα εγκαίνια του μονοκλίτου Ενοριακού Ναού Μασταμπά, Κοιμήσεως της Θεοτόκου, από τον Μητροπολίτη Κρήτης Τίτο Ζωγραφίδη.
Την 16η Ιουνίου 1924, Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, δώδεκα ημέρες μετά την απόδοση του ιερού Ναού του Αγίου Τίτου, ένας άλλος Ιερός Ναός παρεδόθη στην πόλη μας, αυτός της Αγίας Τριάδας. Τα εγκαίνιά του τελέστηκαν από τον Επίσκοπο Αρκαδίας και μετέπειτα Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο Μαρκάκη, στις 30 Μαρτίου 1930, Δ’ Κυριακή των νηστειών. Λέγεται εκεί υπήρχε γυναικείο μοναστήρι του «Θεολόγου του Δερματά» αλλά και μικρός ερειπωμένος μουσουλμανικός ευκτήριος οίκος. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1933 γίνονται τα εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου στον προσφυγικό συνοικισμό Νέων Βρυούλων από τον Επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο. Ο Ναός αυτός παρασύρθηκε κατά τη μεγάλη πλημμύρα του 1937 και παρέμεινε μόνο η Αγία Τράπεζα. Ανοικοδομήθηκε σε πιο ψηλή θέση το 1939 και άρχισε να λειτουργεί από την 24η Απριλίου του ίδιου έτους, ημέρα της Κυριακής των Βαΐων, αφού πρώτα έγινε Αρχιερατικός αγιασμός. Μια νέα θεμελίωση Ιερού Ναού γίνεται στις 24 Ιουνίου 1928 από τον Μητροπολίτη Τϊτο Ζωγραφίδη στο Προάστειο του Πόρου. Πρόκειται για τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος άρχισε να λειτουργεί την Κυριακή των Βαΐων του 1935. Τα εγκαίνια του τελέσθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου του 1937 ημέρα Κυριακή από τον Μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεο Βενέρη. Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής αποδίδεται ο Ιστορικός Ιερός Ναός της Αγίας Αικατερίνης ο οποίος εγκαινιάσθηκε με συγκίνηση. Η πρώτη Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό γίνεται στις 25 Νοεμβρίου του 1943.
Ο Ναός αυτός χρονολογείται από το 1620 και σήμερα έχει γίνει μουσείο. Κατά καιρούς έχουν γίνει διαλέξεις, διάφορες εκδηλώσεις αλλά και εκθέσεις με ενδιαφέροντα θέματα που είχαν σχέση με την τέχνη κυρίως.
Σε επιθυμία του αειμνήστου Ανδρέου Καλοκαιρινού, στις 15 Μαΐου 1936, θεμελιώθηκε το ωραιότατο εκκλησάκι, βυζαντινού ρυθμού στο όνομα του Αποστόλου Ανδρέου. Αυτή η μικρή εκκλησία λειτουργήθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1937, ημέρα εορτής του Αγίου Ανδρέου και τα εγκαίνιά της τελέστηκαν στις 30 Ιουνίου του 1945, από τον Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο Μακράκη.
Την ίδια χρονιά και συγκεκριμένα στις 16 Δεκεμβρίου, από τον ίδιο Μητροπολίτη έγιναν τα εγκαίνια του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Καπετανάκειο κτιριακό συγκρότημα που σήμερα χρησιμοποιείται ως διδακτήριο σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης. Το 1931, ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου, στο συνοικισμό «Ακ Ντάπια», κατασκευάστηκε πρόχειρος ξύλινος ναός αφιερωμένος στην ανάληψη του Σωτήρος. Για τη λειτουργία αυτού του ναού, έγινε αγιασμός την Κυριακή των Βαϊων 24η Απριλίου 1932. Ο ναός αυτός παρέμεινε μέχρι το 1938 και λειτουργήθηκε για τελευταία φορά το Δεκαπενταύγουστο. Στη συνέχεια έγινε ο νέος ναός, νεοβυζαντινός μονόκλιτος, μέτριας χωρητικότητας, ενοριακός φυσικά ναός.
Ο ναός άρχισε να λειτουργεί από την 17η Μαΐου 1939, ημέρα Τετάρτη, απόδοση του Πάσχα. Τα εγκαίνια τελέστηκαν στις 12 Μαΐου 1946 από τον Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο Μακράκη.
Στον ιστορικό Σιναϊτικό Ναό του Αγίου Ματθαίου που προαναφέραμε, μόνο το δυτικό τμήμα λειτουργούσε, το κλίτος που ήταν αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή και το οποίο διασώθηκε από την πολεμική καταστροφή του 1941. Την άνοιξη αυτής της χρονιάς ανοικοδομήθηκε το προς τιμήν του Αγίου Ματθαίου αριστερό κλίτος με βάση το παλιό ιστορικό σχέδιο.
Εκτός από κάποια αρχιτεκτονικά σφάλματα στο κλίτος αυτό δεν υπήρχε το περίφημο επίχρυσο ξυλόγλυπτο τέμπλο, από το οποίο χρησιμοποιήθηκε ό,τι απ’ αυτό διασώθηκε κυρίως οι υπάρχουσες σ‘ αυτό παλιές και πολύ αξιόλογες εικόνες του Ναού της Αγίας Αιακτερίνης που έφεραν τις φθορές του πολέμου. Η ξύλινη δε στέγη είχε κατασκευασθεί από μπετόν αρμέ. Γενικά ο ιστορικός Ναός δίκλιτος και πάλι με τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του κλίτους και τις στοές ανάμεσα στα κλίτη αυτά, στα μάτια των πιστών ήταν ο πιο αγαπημένος ναός των Καστρινών. Τα εγκαίνια του μικροτέρου τούτου, αλλά αρχαιοτέρου και σπουδαιότερου κλίτους, στο όνομα του Αγίου Ματθαίου, έτσι σήμερα είναι γνωστός ο Ναός αυτός, τελέστηκαν με ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια στις 10 Σεπτεμβρίου του 1950, ημέρα Κυριακή. Στα εγκαίνια παρέστησαν ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος ο Γ’ και ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος. Με αφορμή τα εγκαίνια του Αγίου Ματθαίου, η τοπική εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” εκείνων των ημερών, φιλοξενεί ένα άρθρο της Λίλης Αναστασάκη, απόσπασμα του οποίου σας δημοσιεύουμε:
“Ετελέσθησαν προχθές Κυριακήν τα εγκαίνια του ανοικοδομηθέντος Σιναϊτικού Ναού του Αγίου Ματθαίου της πόλης μας. Το ιστορικό αυτό εκκλησάκι του 15ου αιώνος, οικογενειακό παρεκκλήσι στην αρχή τριμάρτυρη εκκλησία αργότερα, που είδε τόσες πολιορκίες και βάρβαρες κατοχές του κάστρου στέκονταν πάντα στη θέση του ακλόνητο και μόνον ο χρόνος άφινε πάνω του τα σημάδια του. Οι κατακτητές το σεβάστηκαν πάντα γιατί είχε προνόμια κατωχυρωμένα με σουλτανικό φιρμάνι κι όχι μόνον είχε το δικαίωμα να λειτουργή, μόνον, αυτό, στους χρόνους της μαύρης σκλαβιάς, αλλά και να παρέχη άσυλο στος διωκόμενους και κινδυνεύοντας χριστιανούς, άσυλο απαραβίαστο. Εκεί οι μάρτυρικοί πρόγονοί μας στο υποβλητικό φως της κανδήλας συντροφευμένοι απ’ τις παρήγορες μορφές των αγίων, και τη μυστικοπάθεια του περιβάλλοντος, εύρισκον ασφάλεια και παρηγοριά και κάτω απ’ τους θόλους του διετηρήθη άσβεστη η φλόγα της χριστιανικής πίστεως ανάμεσ’ απ’ τα ερεβώδη σκότη της δουλείας. Είδε τη μεγάλη σφαγή του 1898 και ποτίσθηκε από το αγνό αίμα των εκατοντάδων σφαγιασθέντων μαρτύρων που βρήκαν εκεί τη γαλήνη του τάφου. Πλήθος σκελετών βρέθηκαν στον γύρω του κήπο και σήμερα ακόμη σώζονται μέσα στην εκκλησία οικογενειακοί τάφοι με ονόματα Καλοκαιρινών και άλλων.
Πέρασαν αιώνες. Ο αγ. Ματθαίος πάντα ίδιος στην θέση του συμβόλιζε την εγκαρτέρηση και την ελπίδα. Ηλθε έπειτα η λευτεριά η ένωση με τη μητέρα Ελλάδα και πιστέψαμε πως είχαν τελειώσει πια τα μαύρα χρόνια... μα αλοίμονον βγήκαμε γελασμένοι. Δεν είχαμε υπολογίσει τους Ούνους, τους νεώτερους αυτούς… πολιτισμένους βαρβάρους Και δεν τους είχαμε υπολογίσει γιατί ακριβώς τους νομίζαμε πολιτισμένους και… γελαστήκαμε διπλά.
Μάιος του 1941. Ο μοιραίος εκείνος Μάιος. Ολη η Ελλάς έχει υποκύψει στη χαλύβδινη βία και μόνον η Κρήτη στέκεται. Βομβαρδίζεται και πολεμά μα στέκεται ακόμη. Στέκεται στη θέση του κι ο Αγ. Ματθαίος, και μέσα εκεί ένας άνθρωπος. Είναι ο Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος Ευστρατιάδης. Ας μου επιτραπή να εκταθώ καπως για να σκιαγραφήσω αμυδρά την φυσιογνωμία αυτή, ξεδιπλώνοντας μερικές άγνωστες πτυχές των τελευταίων γεγονότων που πρέπει να γνωρίση η κοινωνία για να αποδώση την δέουσα τιμή στον ιερωμένο αυτόν».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ …

