Με τον αδερφό μου πήγαμε πέρα στην κρύα βρύση
που το περβόλι ήθελε εκείνος να ποτίσει.

Πολλών λογιών κηπευτικά είχαμε στο περβόλι
Κι από κείνο έτρωγαν και οι γειτόνοι όλοι.

Κάποια στιγμή ο αδερφός ένα καβρό τσακώνει
στο χέρι μου τον άφησε, το αίμα μου παγώνει.

«Κράτα μου λίγο τον καβρό, μέχρι εγώ ποτίσω
κι όταν γυρίσω στο χωριό, εκεί θα τον εψήσω».

Εγώ όμως δεν ήξερα πώς να τον εκρατήσω
τα πόδια του επήγαιναν ομπρός μα και οπίσω.

Κάποια στιγμή ο άτιμος ανοίγει την δαγκάνα
το δάχτυλο μου έσφιγγε σαν να'τανε ντανάλια.

Το χέρι μου ετίναζα με όλη τη δύναμή μου
κρύος ιδρώτας έτρεχε απ'όλο το κορμί μου.

«Μιχάλη τρέχα γρήγορα το δάχτυλό μου χάνω
αιώνες κι αν περάσουνε καβρό δεν ξαναπιάνω».

Κοπέλι ήτανε κι αυτός, το θάρρος του δε χάνει
στον καταπότη τρέξαμε, το χέρι εκεί μου βάνει.

Μόλις εμπήκε στο νερό το δάχτυλό μου αφήνει
μα η τρομάρα μου αυτή απ'το μυαλό δε σβήνει.

Και στο βιβλίο όταν τον δω αρχίζω και παγώνω
την εικόνα του περιβολιού ξανά αναβιώνω.
Καλλιρρόη Θεριάκη-Κουφάκη