Σύγχυση στην αγορά των ακινήτων προκαλεί η στάση της κυβέρνησης να αφήσει ανοιχτό τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο το θέμα της επιβολής του ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα από την 1η Ιανουαρίου 2005, αλλά και την αύξηση των αντικειμενικών αξιών στα επίπεδα των αγοραίων.
Στο πλαίσιο της φορολογικής μεταρρύθμισης που εκτιμάται ότι θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει πρωτίστως την πλήρη αλλαγή του συστήματος φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας.
Στις προθέσεις της νέας πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, είναι η εισαγωγή του ΦΠΑ στα ακίνητα να γίνει από την 1η Ιανουαρίου 2005. Ωστόσο κορυφαίο στέλεχος του υπ. Οικονομίας και Οικονομικών άφηνε χθες ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβολής του μέτρου, σε περίπτωση που «οι αρμόδιες υπηρεσίες μάς πείσουν ότι υπάρχουν τεχνικά προβλήματα που δυσχεραίνουν την εφαρμογή του ΦΠΑ στα νέα ακίνητα». Βέβαια, υπογράμμισε, ότι στις προθέσεις του οικονομικού επιτελείου δεν είναι ούτε ο αιφνιδιασμός της αγοράς, ενώ η όποια απόφαση δεν θα έχει ως στόχο την επιβάρυνση των ακινήτων και κατ’ επέκταση των υποψήφιων αγοραστών. Όμως σε κάθε περίπτωση η εισαγωγή του ΦΠΑ στις πωλήσεις νέων οικοδομών, η οποία αναβάλλεται από το 1987 με ταυτόχρονη επιβολή φόρου υπερτιμήματος, που προβλέπει το προεκλογικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος, οδηγεί σε σημαντική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των ακινήτων. Παράγοντες της κτηματαγοράς εκτιμούν ότι η επιβολή ΦΠΑ θα επιβαρύνει την κατοικία τουλάχιστον 20% έως 25%, αφού η αξία του ακίνητου θα φορολογείται με τον υψηλό συντελεστή 18% έναντι του φόρου μεταβίβασης 9% και 11% που ισχύει σήμερα στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Για την εισαγωγή του ΦΠΑ στα νέα ακίνητα το οικονομικό επιτελείο θα κληθεί να ξεπεράσει δύο «σκοπέλους»:
1. Την αύξηση των αντικειμενικών αξιών στα επίπεδα των αγοραίων, αφού η 6η κοινοτική οδηγία κάνει λόγο για επιβολή του φόρου επί των αγοραίων τιμών. Το «πάγωμα» των αντικειμενικών αξιών από τον Μάρτιο του 2001 που έγινε η τελευταία αναπροσαρμογή, έχει ανοίξει κατά πολύ την ψαλίδα αντικειμενικών και αγοραίων τιμών, με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις, η διαφορά να ξεπερνά ακόμη και το 50%. Η αύξηση των αντικειμενικών αξιών επιφέρει σημαντικές αυξήσεις στη φορολογία των γονικών παροχών, δωρεών κ.λπ..
2. Τη φορολογική μεταχείριση της αγοράς πρώτης κατοικίας. Επειδή με την επιβολή του ΦΠΑ καταργούνται αυτομάτως οι φοροαπαλλαγές που ισχύουν σήμερα για να ενισχυθεί η αγορά πρώτης κατοικίας, οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών εξετάζουν δύο λύσεις:
Έμμεση εφαρμογή χαμηλότερου συντελεστή ΦΠΑ 8% για απόκτηση πρώτης κατοικίας. Σε περίπτωση απόκτησης πρώτης κατοικίας ο αγοραστής θα καταβάλει κανονικά τον ΦΠΑ με συντελεστή 18% και στη συνέχεια με την υποβολή των δικαιολογητικών για την απαλλαγή της πρώτης κατοικίας στην αρμόδια ΔΟΥ θα του επιστρέφονται τα 10/18 του καταβληθέντος ΦΠΑ. Συνεπώς, για την πρώτη κατοικία θα ισχύει εμμέσως συντελεστής ΦΠΑ 8% και όχι 18%.

