(συνέχεια από το προηγούμενο)

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Περικλής, κλείνει το ανοιχτό φύλλο του κιβωτίου, φυλακίζοντας, μέσα, το ποντικάκι. Παίρνει, ύστερα, το κιβώτιο και το βγάζει στο πεζοδρόμιο, για να το πάρει το απορριμματοφόρο.

-«Για’ δε μ’ άφησες να το ‘ποτελειώσω…», είπε ο χωρικός στον Περικλή, μόλις επέστρεψε. Ο Περικλής, μ’ ένα μορφασμό του προσώπου και μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής, έδειξε πως δεν ήταν υπέρ μιας τέτοιας λύσης.

-«Θα το πάρει το απορριμματοφόρο και θα το ξεφορτώσει, μαζί με τα σκουπίδια σε ανοιχτό χώρο. Από κει και πέρα, αν επιβιώσει, ο φιλαράκος μας, είναι μια άλλη ιστορία. Εμείς, πάντως, του δώσαμε την ευκαιρία».

-«Πολλά καλόψυχος, είσαι μωρέ σύντεκνε, κι ας είσαι από τη χώρα… ανάθεμά το για ζωντανό. Ιντά ‘θελε δα, να κάμει τη φωλιά του μέσα στο ράδιό μου ; Πε μου δα και συ…».

-«Πάντως, το πρόβλημα του “γρατζουνητού”, που λέτε, το εντοπίσαμε …και το επιλύσαμε. Για να δούμε, τώρα, γιατί δεν λειτουργεί το ραδιόφωνό σας…».

Κάθισε μετά στο περιστρεφόμενο σκαμπώ, το ρύθμισε στο κατάλληλο ύψος, σύνδεσε τα κροκοδειλάκια που είχε στην άκρη το καλώδιο με μια ογκώδη, μαύρη, υγρή μπαταρία και άνοιξε το διακόπτη του ραδιοφώνου. Όπως ήταν αναμενόμενο, το ραδιόφωνο παρέμεινε άφωνο. Γύρισε, μετά, το έπιπλο, ώστε να φαίνεται η πίσω όψη του και το εσωτερικό του.

Μπορούσε κανείς να δει τις έξι τεράστιες λυχνίες, που ήταν η βάση της λειτουργίας των ραδιοφώνων της εποχής, ο μετασχηματιστής, ο μεγάλος μεταβλητός πυκνωτής, για τον εντοπισμό των σταθμών, το κουτί της «μέσης συχνότητας», το «βιμπρέϊτορ», που μετέτρεπε το συνεχές ρεύμα της μπαταρίας σε πριονωτό… καθώς και όλα τα άλλα εξαρτήματα, όπως το τεντωμένο σπαγκάκι, πάνω στο οποίο βρίσκεται η βελόνα που μετακινείται κατά μήκος του καντράν, με τη βοήθεια ενός περιστρεφόμενου κουμπιού, για τον εντοπισμό των σταθμών.

Ο χωρικός, μην έχοντας ποτέ του αντικρίσει εσωτερικό ραδιοφώνου, είχε μείνει με τα μάτια γουρλωμένα, κοιτάζοντας πότε τον Περικλή και πότε το εσωτερικό του διαβολικού μηχανήματος, που μπορούσε να μιλάει και να παίζει μουσική.

Ο Περικλής, ήταν ένας έμπειρος τεχνικός. Πολλές φορές, μπορούσε να συμπεράνει τη βλάβη που είχε μια συσκευή, από μακριά. Κάτι περίπου όπως ένας καλός οικογενειακός γιατρός, που μπορεί να κάνει διάγνωση ενός ασθενούς του, πριν ακόμη τον εξετάσει.

-«Ας περάσουμε, λοιπόν, τώρα, στην καθαυτό τεχνική εξέταση του προβλήματος που παρουσιάζει η συσκευή σας…», είπε με ύφος καθηγητή πανεπιστημίου.

Αυτή η τελευταία πρόταση, δεν άρεσε στο χωρικό, που έριξε μια ύποπτη ματιά στον Περικλή. Μια ματιά γεμάτη δυσπιστία, αμφιβολία και επιφυλακτικότητα… Οσμίστηκε, πως τώρα αρχίζουν τα δύσκολα και πως τώρα ήταν η στιγμή, που έπρεπε να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα, ώστε να μην τον περάσει για άσχετο και του φορτώσει καμιά βλάβη, που δεν την είχε το ραδιόφωνό του.

Έπιασε, λοιπόν, ο Περικλής το πολύμετρο, έκανε μια επιλογή με τον κεντρικό διακόπτη και ακούμπησε τους ακροδέκτες σε κάποια σημεία του ραδιοφώνου. Η βελόνα – δείκτης του οργάνου, παρέμενε αμετακίνητη. Ο Περικλής ακούμπησε μεταξύ τους, τους ακροδέκτες και η βελόνα τινάχτηκε μέχρι την άκρη της οθόνης του οργάνου. Γύρισε και κοίταξε το χωρικό, για να δει αν τον παρακολουθεί. Στη συνέχεια ακούμπησε τους ακροδέκτες σε κάποια σημεία μέσα στο ραδιόφωνο και η βελόνα παρέμεινε ακίνητη. Ο Περικλής γύρισε και ξανακοίταξε το χωρικό και του είπε: «Βλέπεις ;».

Ο χωρικός, που τα είχε περίπου χαμένα, με όσα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια του, δεν ήξερε τι να πει. Όμως, μάλλον καταλάβαινε πως ενώ η βελόνα είχε τη δυνατότητα να κινείται, όταν οι ακροδέκτες έκαναν επαφή, όταν ακουμπούσαν σε σημεία πάνω στο ραδιόφωνο, εκείνη παρέμενε ακίνητη.

Ο Περικλής συνέχισε το παιχνίδι με το πολύμετρο και με την άρνηση της βελόνας να κινηθεί. Άλλαζε πότε – πότε την επιλογή του κεντρικού διακόπτη του οργάνου, ξαναδοκίμαζε με νέα σειρά μετρήσεων και κατά διαστήματα γυρνούσε προς το χωρικό με σφιγμένα τα χείλια και τινάζοντας ελαφρά και γρήγορα το κεφάλι του πάνω - κάτω, έδειχνε στο χωρικό την απαισιοδοξία του για την κατάσταση του ραδιοφώνου.

Ο χωρικός, που είχε περίπου τεντώσει το κεφάλι του, σε βαθμό να είναι πλησιέστερα στο ραδιόφωνο, απ’ ότι το κεφάλι του Περικλή, άρχισε ν’ αμφιβάλει για τον αρχικό σκοπό του, που ήταν να βεβαιωθεί πως δεν θα τον «γελάσουν» στη «χώρα». Είχε επιμείνει πολύ, να είναι παρών στο άνοιγμα και στην εξέταση του ραδιοφώνου του, φοβούμενος μήπως ο τεχνικός τον κοροϊδέψει και του παρουσιάσει μεγαλύτερη ζημιά από ότι είχε στην πραγματικότητα.

Ο Περικλής, έβαλε το ραδιόφωνο με την εμπρόσθια όψη πάνω στον πάγκο και την κάτω όψη προς το μέρος τους, οπότε αποκαλύφθηκε το εσωτερικό του σασί. Παρουσιάστηκαν μπροστά τους ο δαιδαλώδης κόσμος των αντιστάσεων, των πηνίων και των πυκνωτών. Οι βάσεις των λυχνιών και οι διασυνδέσεις των επαφών, από την καθεμιά με τα προαναφερθέντα εξαρτήματα. Στο σημείο αυτό, ο χωρικός έδειξε να καταρρέει. Τα είχε πια χαμένα.

Ο έλεγχος συνεχίστηκε, πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο, για μερικά λεπτά, ακόμη, με τον Περικλή να δοκιμάζει μετρήσεις σε διάφορα σημεία του μηχανισμού, του ραδιοφώνου, στρέφοντας πότε – πότε το κεφάλι και κοιτάζοντας το χωρικό, με τα χείλια σφιγμένα, για να του μεταδώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.

-«Ιντά ‘χει, μωρέ σύντεκνε, ιντά ‘χει ;», ξέσπασε στο τέλος ο χωρικός, με αγωνία.

-«Το Ημιτονοειδές …», έκαμε ο Περικλής, μισοκλείνοντας τα μάτια και ανεβοκατεβάζοντας νευρικά το κεφάλι…

-«Ίντα ; …», ξαναρώτησε ο χωρικός, στο άκουσμα ενός όρου, που τον άκουγε για πρώτη φορά.

-«Έχει στραβώσει το Ημιτονοειδές!», είπε με απόλυτη σιγουριά, τη φορά αυτή ο Περικλής.

-«Ά !!!», έκαμε κοφτά ο χωρικός, σαν να επρόκειτο για κάτι πασίγνωστο, που όμως δεν το είχε ακούσει ξεκάθαρα την πρώτη φορά. «Και δα ;», κατόρθωσε να ξεστομίσει με δυσκολία και απορία…

-«Θα προσπαθήσουμε να το επιδιορθώσουμε. Δεν είναι απλό. Χρειάζεται ενδελεχής έλεγχος, όλων των τριγωνομετρικών παραμέτρων, αλλά με την εμπειρία που διαθέτουμε, θα το επαναφέρουμε στην αρχική του κατάσταση και σε άριστη απόδοση», απάντησε ο Περικλής, σαν να ολοκλήρωνε μια διάλεξη και κατέβαινε από την πανεπιστημιακή έδρα.

-«…και πόσο θες για τη ζημιά ;», ρώτησε διερευνητικά ο χωρικός.

-«Εκατόν εξήντα δραχμές…»

-«Ίντα; Εμά, μπρε κουμπάρε…

για όνομα του θεού…»

-«Εκατόν εξήντα και με την προϋπόθεση να μην έχει φτάσει η βλάβη στο σύστημα της εφαπτομένης… γιατί μετά… αυτό, βέβαια, δεν το ξέρει κανείς, προκαταβολικά. Χρειάζεται τεχνικός έλεγχος», απάντησε ο Περικλής με ύφος αυθεντίας.

-«Εγώ δεν κατέχω πράμα. Σάξε το. Πάω να ξετελέψω δυο δουλειές απού ‘χω, κι άμα γιαγείρω, θα σου δώκω τσι εκατόν εξήντα… και ίσαμε ‘κεια –δραχμή παραπάνω», είπε ο χωρικός, μάζεψε την άκρη της ποδιάς του, σκούπισε τις ιδρωμένες παλάμες του και κατέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο του καταστήματος.

Με την αποχώρησή του, ο Περικλής επέστρεψε στον πάγκο του, κάθισε αναπαυτικά στο περιστρεφόμενο σκαμπώ του και με μια κίνηση αργή, που θύμιζε ιερή τελετουργία, χτύπησε με το μεσαίο δάκτυλό του μια συγκεκριμένη λυχνία, όπως περίπου χτυπάει ο γιατρός με το δάκτυλο, τον ασθενή, όταν τον ακροάζεται. (Ασφαλώς, η λυχνία θα είχε φύγει από τη θέση της, όταν η γυναίκα του χωρικού μετακίνησε το ραδιόφωνο για να ξεσκονίσει, από κάτω). Ως εκ θαύματος, το ραδιόφωνο πήρε μπροστά και η λεπτή κι ευαίσθητη φωνή της Ελίζας Μαρέλι, γέμισε το χώρο του εργαστηρίου. Ο Περικλής, σηκώθηκε ανάλαφρα, άνοιξε τα χέρια του μπροστά του, σαν να κρατούσε στην αγκαλιά του μια φανταστική ντάμα κι άρχισε να στροβιλίζεται πανευτυχής, στο ρυθμό του βαλς, με τα μάτια κλειστά. «Πάμε σαν άλλοτε, πάμε σαν άλλοτε, στο μακρινό ακρογιάλι…» κι ο Περικλής όλο κι έφερνε στροφές στο στενό χώρο του εργαστηρίου, έχοντας μεταφερθεί νοερά σε κάποιο μακρινό ακρογιάλι, πάντα μαζί με το πρόσωπο των ονείρων του, παίζοντας μαζί πάνω στην άμμο και πλατσουρίζοντας σαν μικρά παιδιά, στο σημείο που σπάει το κύμα.. και πάντα με τα μάτια κλειστά και με το μυαλό στο «μακρινό ακρογιάλι», τα πόδια του μπερδεύονται σε μια κουλούρα καλώδιο, που βρισκόταν στο πάτωμα και ο Περικλής σωριάζεται στη γωνιά με τις χαρτόκουτες…

Ξυπνάει από τ’ όνειρο, χωμένος και καταπλακωμένος μέσα σε κάθε λογής κουτιά, με μόνο θετικό σημείο, το ότι δεν χτύπησε κάπου σοβαρά, καθώς έπεσε στα… μαλακά, στην κυριολεξία.

-«Τι συμβαίνει, Περικλή ;», ακούστηκε κάτω, από το χώρο του καταστήματος, η φωνή του αφεντικού, που άκουσε το θόρυβο και το γδούπο από το πέσιμο.

-«Τίποτα … τίποτα … τακτοποιώ τη γωνιά με τις χαρτόκουτες, που έφυγαν απ’ τη θέση τους», βιάστηκε να απαντήσει ο Περικλής. Εκείνο που τον πείραξε περισσότερο ήταν που με το πέσιμο, αναγκάστηκε να γυρίσει από το όνειρο με την εξωτική μακρινή παραλία, στην πραγματικότητα με τις χαρτόκουτες, τα ραδιόφωνα και το κυνήγι των τρωκτικών.

Όμως, κατά βάθος ένιωθε ευχαριστημένος, που χωρίς να πολυκουραστεί, θα εισέπραττε ένα αξιόλογο ποσό, καταβάλλοντας ένα πολύ σύντομο χρόνο εργασίας. Ο χωρικός είχε έρθει για μαλλί και θα ‘φευγε κουρεμένος, σκέφτηκε… αυτά παθαίνει όποιος πάει να τα βάλλει με τους ειδικούς, χωρίς να έχει τις στοιχειώδεις γνώσεις…

Μήπως θα ‘πρεπε να έχει τύψεις ; Όχι, όχι, εδώ δεν πρόκειται για πληρωμή εργασίας … εδώ κάνουμε τέχνη, σκέφτηκε και η τέχνη δεν πληρώνεται ποτέ !!! Με κάτι τέτοια περιστατικά, θα μπορούσε, σύντομα, να έχει την οικονομική δυνατότητα, να πάρει την εκλεκτή της καρδιάς του και να ταξιδέψουν, μαζί, στο μακρινό ακρογιάλι του ονείρου του…



Τέλος

[email protected]