Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Μέρες της Παναγιάς, μέρες λατρείας και προσευχής! Xιλιάδες εκκλησίες και ξωκκλήσια σε διάφορα μέρη της χώρας μας μάς το επιβεβαιώνουν. Ο καθένας μας μπορεί να διαπιστώσει τη μεγάλη λατρεία και το βαθύ σεβασμό που τρέφει ο λαός μας προς την Παναγία Θεομήτορα.

Αναρίθμητα είναι τα εικονίσματα και οι αγιογραφίες της, στις διάφορες βυζαντινές και νεότερες εκκλησίες μας. Και ο λαός μας πάντα για καθένα από αυτά αφηγείται ένα θαύμα, μια γιατειά ή μια ιστορία.

Το πόνημα που ακολουθεί αποτελείται από τρεις συνέχειες και αναφέρεται στους ιερούς ναούς της πόλης μας, πολλοί από τους οποίους γιορτάζουν τη χάρη της Παναγίας μας, θα ξεκινήσω όμως με την καθιερωμένη ιστορική διαδρομή:

Περίοδος της αυτονομίας της Κρήτης, Ηράκλειο γύρω στα 1898. Μόλις είχε λήξει η περίοδος της τουρκοκρατία. Μέσα στην Καστρινή πολιτεία υπήρχαν ο Σιναϊτικός ναός του Αγίου Ματθαίου, ο μικρός και ο μεγάλος Άγιος Μηνάς όπως χαρακτηριστικά τους έλεγαν. Συγκεκριμένα το ναό του Αγίου Ματθαίου τον αποκαλούσαν “Επάνω Εκκλησία”. Έξω τώρα από την πόλη του Ηρακλείου υπήρχαν: ο δίκλιτος ναός της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Νικολάου και δυτικά της πόλεως το εξωκκλήσιο του Εσταυρωμένου. Για τους ναούς της πόλης λοιπόν έχουμε να πούμε τα εξής: Από την εποχή ακόμα της ενετοκρατίας υφίσταται ο ιερός ναός του Αγίου Ματθαίου. Στην αρχή ήταν ένα μικρό οικογενειακό παρεκκλήσιο το οποίο παραχωρήθηκε μετά την άλωση του Μεγάλου Κάστρου από τους Τούρκους (1669) στους ορθόδοξους με Σουλτανική διαταγή.

Σ' αυτό βέβαια μεσολάβησε ο έλληνας μέγας διερμηνέας της Υψηλής Πύλης Παναγιώτης Νικούσιος. Αυτός διηύρυνε τον ναό με την προσθήκη του μεσημβρινού μεγαλύτερου κλίτους της Αγίας Παρασκευής. Επίσης σύντομα τον παραχώρησε στους Σιναΐτες του Ηρακλείου. Αυτό έγινε με συνοδικό συγγιλικό γράμμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου του Δ! Στη συνέχεια για ανανέωση αυτής της παραχώρησης ακολούθησαν και άλλα πατριαρχικά γράμματα. Το 1799 ανεγέρθηκε από τον Μελχισεδέκ, οικονόμο του Σιναϊτικού Μετοχίου, το παρεκκλκήσιο του Αγίου Χαραλάμπους.

Ο παλιός ναός του Αγίου Μηνά, ο μικρός Άγιος Μηνάς, χρονολογείται κι αυτός από την περίοδο της βενετοκρατίας, λίγο αργότερα φυσικά, και ήταν δίκλιτος. Στην αρχή ήταν αφιερωμένος στην Παναγία την Παντάνασσα και στο τέλος της βενετοκρατίας αφιερώθηκε στην Κυρία την Παναγία και στον άγιο Μηνά! Από τα κλίτη αυτά, το βόρειο της Θεοτόκου ήταν πιο ευρύχωρο. Ο ναός αυτός εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε μετά την άλωση του Ηρακλείου. Αργότερα το 1735 ο τότε μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Λετίτζης τον ανακαίνισε και τον εγκανίασε στις 10 Νοεμβρίου την ίδια χρονιά.

Ο μεγάλος μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά θεμελιώθηκε την 25η Μαρτίου 1862 από τον τότε μητροπολίτη Κρήτης Διονυσίου Χαριτωνίδη. Αργότερα ο ίδιος έγινε οικουμενικός πατριάρχης με το όνομα Διονύσιος ο Ε’. Εγκαινιάστηκε στις 16 Απριλίου 1895, Κυριακή των Μυροφόρων, από το μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεο Καστρινογιαννάκη και συμμετέχουσα την ιερά σύνοδο της Εκκλησίας της Κρήτης. Επίσης εγκαινιάστηκαν τα εκατέρωθεν του κεντρικού κλίτους παρεκκλήσια κατά την ίδια ιεροτελεστία, το δεξιό αφιερωμένο στον Απόστολο και πρώτο επίσκοπο Κρήτης Τίτο από τον επίσκοπο Τίτο Ζωγραφίδη, το δε αριστερό αφιερωμένο στους μαρτυρήσαντες επί αυτοκράτορος Δέκιου, Αγίους Δέκα, από τον επίσκοπο Χερρονήσου Διονύσιο Καστρινογιαννάκη, ο οποίος εκτελούσε και χρέη βοηθού του μητροπολίτη Κρήτης.

Το Νοέμβριο του 1895 είχε περατωθεί το Πανάνειο δημοτικό νοσοκομείο και ύστερα από λίγους μήνες θεμελιώθηκε το παρεκκλήσιο του ιδρύματος αυτού προς τιμή του Αγίου Παντελεήμονα. Η θεμελίωση του Ιερού Ναού έγινε στις 18 Φεβρουαρίου 1896 και τα εγκαίνια τελέστηκαν από το μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιο Ξηρουδάκη στις 10 Φεβρουαρίου 1902, την οποία ημέρα από τότε και στο εξής, καθώς και την 27 Ιουλίου επέτειο της εορτής του Αγίου Παντελεήμονα, σύμφωνα με τον 8ο όρο του δωρητηρίου συμβολαίου με τον οποίο παραχωρήθηκε το νοσοκομείο από τους κτήτορες Πανανό και Αθηνά Θεοδουλάκη στον Ιερό Μητροπολιτκό Ναό του Αγίου Μηνά, τελείται αρχιερατική λειτουργία στο ιερό παρεκκλήσι όπως και αγιασμός στο νοσοκομειακό ίδρυμα αλλά και επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των κτητόρων, ευεργετών, δωρητών και αφιερωτών αυτού.

Στην περιοχή του “Νέου Νεκροταφείου”, όπως έλεγαν οι Καστρινοί το κοιμητήριο του Αγίου Κωνσταντίνου, την 22 Μαΐου 1895 θεμελιώθηκε ο ιερός ναός των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης από τον μητροπολίτη Τιμόθεο Καστρινογιαννάκη και τα εγκαίνια αυτού τελέστηκαν την 21 Μαΐου ημέρα της εορτής των Ισαποστόλων έτος 1903 από τον μητροπολίτη Ευμένιο Ξηρουδάκη.

Δυτικά της πόλης του Ηρακλείου όπως μας πληροφορεί ο αείμνηστος θεολόγος Νικόλαος Ζευγαδάκης υπήρχε το εξωκκλήσιο του Εσταυρωμένου το οποίο υπαγόταν στην ενορία του Αγίου Μηνά. Το εκκλησάκι αυτό, σημερινός μικρός ιερός ναός του Εσταυρωμένου, ανοικοδομήθηκε αφού δεν είχε γλυτώσει προηγουμένως την καταστροφή από τους Τούρκους. Τα εγκαίνια του δε έγιναν στις 3 Σεπτεμβρίου του 1906 ημέρα Κυριακή. Από τότε αυτός ο μικρός ναός ιερουργούνταν την εορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού αλλά και την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Ανατολικά στην περιοχή του προαστίου της Χρυσοπηγής, μέσα σε σπήλαιο και σε κοντινή απόσταση με τη θάλασσα, βρέθηκε η εικόνα του Αγίου Φανουρίου και στη συνέχεια στο όνομα αυτού του Αγίου ανεγέρθη Ναός του οποίου τα εγκαίνια έγιναν την 26η Ιουλίου 1909. Πρόκειται για τον Ιερό Ναό του Αγίου Φανουρίου.

Σε κεντρικό σημείο του Ηρακλείου και όχι σε μεγάλη απόσταση από τον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά, υπάρχει ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής που υπάγεται ενοριακά στον Μητροπολιτικό Ναό. Από την περίοδο της Βενετοκρατίας ήταν ορθόδοξος Ναός αφιερωμένος στην Κυρία την Μανωλίτισσα, ο οποίος δεν μεταβλήθηκε σε τέμενος μετά από την άλωση!

Αντίθετα επί των ημερών του Γενικού Διοικητή Κρήτης Ιωάννη Φωτιάδη Πασά (1879-1885) παραδόθηκε στη χριστιανική κοινότητα, αφού χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως ως στρατιωτική αποθήκη. Και ο ναός της Αγίας Παρασκευής και ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα, ήταν παρεκκλήσια της Ενορίας του Αγίου Μηνά και ιερουργούνταν τακτικά από εφημέριους του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού.

Την 30η Μαρτίου 1912, ημέρα Παρασκευή της Διακαινησίμου και εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, τελέστηκαν νέα εγκαίνια του ανακαινισθέντος προφανώς παλαιού κλίτους του ναού της Χρυσοπηγής, στο όνομα της Ζωοδόχου Πηγής.

Ενας άλλος ναός που ανακαινίσθηκε αργότερα, ημιυπόγειος και τρίκλιτος, κοντά στο λιμάνι, ήταν του Αγίου Δημητρίου. Από τους χρόνους της Βενετοκρατίας αναφέρεται ως παρεκκλήσιο της συντεχνίας των μαραγκών. Με την οθωμανική κυριαρχία έγινε σπίτι Οθωμανού και από τις εορτές των Χριστουγέννων του 1914 καθιερώθηκε ως ευκτήριος οίκος. Τα εγκαίνια του Ναού αυτού τελέσθηκαν την Κυριακή 12 Απριλίου 1920, εορτή των Μυροφόρων από τον τότε Μητροπολίτη Κρήτης Τίτο Ζωγραφίδη. Μέχρι το 1926 υπαγόταν στον Αγιο Μηνά με ιδία διαχείριση. Από το 1932, όταν η πόλη διαιρέθηκε σε ενορίες, ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου έγινε ενοριακός.

Στις 20 Μαΐου 1924 στο τουρκικό ατμόπλοιο «Αγκυρα» επιβιβάσθηκαν οι τελευταίοι εναπομείναντες μουσουλμάνοι της πόλης μας, οι οποίοι και αναχώρησαν κατόπιν της αποφασισθείσης ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Χαρακτηριστικό το απόσπασμα της εφημερίδας με τίτλο: «ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ» με ημερομηνία 20 Μαΐου 1924. Το άρθρο έχει τίτλο «Η ανταλλαγή»:



“Σήμερον αναχωρούσιν εκ της πόλεώς μας οι τελευταίοι εναπομείναντες ανταλλακτέοι Μουσουλμάνοι. Η ανταλλαγή αρχίσασα τα μέσα του παρελθόντος Νοεμβρίου περατούται μόλις σήμερον. Το μεσολαβήσαν μακρόν χρονικόν διάστημα εχρησιμοποιήθη δια την προετοιμασίαν της ανέτου και κανονικής αυτών αναχωρήσεως, συμφώνως προς το πνεύμα και το γράμμα της συμφωνίας περί ανταλλαγής των πληθυσμών.

Το Ελληνικόν Κράτος επέδειξε παραδειγματικόν σεβασμόν προς τους όρους της συνθήκης και εξεδήλωσεν ανώτερον πολιτισμόν εν τη εφαρμογή αυτής, παρασχόν όλας τας ευκολίας εις τους ανταλλασσομένους.

Ο ελληνικός λαός αφ’ ετέρου εξεδήλωσεν όλην του την συμπάθειαν δια να μετριάση τον πόνον εκείνων οίτινες εγκατέλειπον το πάτριον έδαφος, και τους προέπεμψε μέχρι του λιμένος με πραγματικήν συγκίνησιν. Εις τους ανταλλαγέντας Μουσουλμάνους παρεσχέσθη πάσα ευκολία να πωλήσουν τα άχρηστα δι αυτούς κινητά πράγματα και να συναποκομίσουν όσα τοις εχρησίμευον.

Προσέτι εδόθη εις αυτούς η άδεια να διαχειρίζωνται τα ακίνητα κτήματά των μέχρι της τελευταίας ημέρας της αναχωρήσεως των και είναι πασίγνωστον πώς εξεμεταλλεύθησαν το προνόμιον τούτο ενοικιάσαντες τας περιουσίας των κατά τρόπον σκανδαλώδη και συναποκομίσαντες σοβαρά χρηματικά ποσά εκ των ενοικιάσεων τούτων. Οι ανταλλαγέντες Μουσουλμάνοι δεν εξεποίησαν μόνον τας κοινητάς των περιουσίας, αλλά ελαφυραγώγησαν και τας ακινήτους συναποκομίσαντες και τα πορτοπαράθυρά των και πωλήσαντες και αυτά τα σανίδια των πατωμάτων των οικιών των και αυτά τα κεραμίδια της στέγης των».

Από τα 23 τεμένη που είχε η πόλη μας οι Οθωμανοί λειτουργούσαν τα παρακάτω. Το Βεζύρ τζαμί (ο Αγιος Τίτος), το Γενί τζαμί (το σημερινό Ανωγειανό, Α’ Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου), το Σοφού Μεχμέτ Πασά ή Μικρό τζαμάκι (στην συμβολή των οδών Εβανς και Πεδιάδος στην Καινούργια Πόρτα), το τζαμί στην Κισίλ Ντάμπια Δεμτερντάρ Αχμέτ Εφένδη (πίσω από το σημερινό Μαιευτήριο “Μητέρα” στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου) και το τζαμί της κουτάλας (στη σημερινή κλινική, την υπό κατάληψη, του Ευαγγελισμού).