Του Ηλία Μετοχιανάκη

“Δεύτε αναβώμεν εις το όρος Κυρίου, και εις τον οίκον του Θεού ημών, και θεασώμεθα την δόξαν της Μεταμορφώσεως αυτού” (Δοξαστικό εσπερινού).

Η αγία μας Εκκλησία μας προσκαλεί να εορτάσομε κατανυκτικά το γεγονός της Μεταμορφώσεως και να ανέβομεν εις το όρος του Κυρίου, δηλαδή εις ύψος πνευματικό και να φωτιστούμε από το φως της θεότητός Του.

Η εορτή της Μεταμορφώσεως καθιστά λαμπρότερη την περίοδο του Δεκαπενταυγούστου, όπου τιμάμε την Κοίμηση της Παναγίας και χαρακτηρίζομε την εορτή της ως το “Πάσχα του καλοκαιριού”.

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου έγινε στο όρος Θαβώρ, όρος καθαυτό τερπνό, που η ανάβασή του συμβολίζει την πορεία προς τη θέωση, καθώς διαθέτει άπειρες φυσικές καλλονές, όπως γράφει ο περιηγητής Φωκάς κατά το έτος 1185: “Το Θαβώριον όρος, ο επίγειος ουρανός, το της ψυχής αγαλλίαμα και οφθαλμών ορθοδόξων εντρύφημα, και γαρ θεία τις χάρις επισκιάζουσα τω όρει πρόσεστιν, ο και χαράν αποπέμπει πνευματικήν”.

Από τους νεότερους περιηγητές ο Κόρτης λέγει: “Αν υπάρχει ωραίον τι εν τη φύσει, είναι το Θαβώριον όρος... όρος τερπνό καθ’ εαυτό και διά την επ’ αυτού θέαν ούτως απαραμίλλως επίχαρι”.

Όλα τα θαυμαστά γεγονότα που αναφέρονται στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη λαμβάνουν χώρα σε υψηλές κορυφές. Η παράδοση του Νόμου στον Μωυσή έγινε στο Σινά, η συνομιλία του Θεού με τον θεόπτη Ηλία συνέβη στο Χωρήβ, η Κιβωτός του Νώε κατακάθισε στην κορυφή του Αραράτ, ο Ιησούς προσευχόταν στο όρος των Ελαιών.

Κορύφωση των διαδραματισθέντων σε όρη γεγονότων υπήρξε η Μεταμόρφωση του Κυρίου, που πραγματοποιήθηκε σαράντα ημέρες προ του θείου πάθους, αλλά μετετέθη στις 6 Αυγούστου, για να μη συμπέσει σε περίοδο πένθους και θλίψης. Εορτάζεται όμως σαράντα ημέρες προ της παγκόσμιας Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και τοποθετείται χρονικά εξίσου (4 μήνες) μεταξύ των δύο μεγάλων Δεσποτικών εορτών, δηλαδή του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Έγινε έξι ημέρες ύστερα από τη διδασκαλία του Χριστού για τη δόξα του Πατρός του και την έλευση της Βασιλείας του Θεού. Τότε είχε πει ο Χριστός: “Εισί τινες των ώδε εστηκότων οι ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την Βασιλείαν του Θεού (δηλ. τη Μεταμόρφωση)” (Λουκ. θ’ 27), εννοώντας τους τρεις μαθητές.

Στο όρος της Μεταμορφώσεως “παραλαμβάνει ο Ιησούς τους τρεις μόνους μαθητές, ως υπερέχοντας, τον μεν Πέτρον, εκ του σφόδρα φιλείν αυτόν, τον δε Ιωάννην, εκ του σφόδρα φιλείσθαι, τον δε Ιάκωβον, εκ του δύνασθαι πιείν το ποτήριον, όπερ και ο Κύριος έπιε” (Μηναίον Αυγούστου, Αθήνα, Αποστ. Διακονία, 1996, σελ. 42). Πράγματι ο Ιάκωβος πρώτος από τους μαθητές θα δοκίμαζε τον μαρτυρικό θάνατο.

Στό όρος εμφανίζονται και οι δύο κορυφαίοι εκπρόσωποι της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι μάλιστα συνομιλούσαν με τον Κύριον για το Πάθος και την Ανάστασή Του.

Με την παρουσία των προσώπων αυτών διαλύεται η υπόνοια μερικών που ονόμαζαν τον Χριστόν Μωυσήν ή Ηλίαν ή Ιερεμίαν.

Παρόντες, λοιπόν, στη Μεταμόρφωση ήσαν δύο επουράνιοι και τρεις επίγειοι άνθρωποι, πράγμα που φανερώνει ότι ο Χριστός δεσπόζει των επουρανίων και των επιγείων και ότι “θανάτου και ζωής αυτόν έστιν ο έχων πάσαν την εξουσίαν” (Συναξάριον Μηναίου).

Την ώραν της Μεταμορφώσεως ο Χριστός έλαμψε ως ο ήλιος. Ήταν το άκτιστο φως της θεότητός Του και όχι το κτιστό φως του ηλίου. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Παλαμά “αυτό που είναι φυσικός ήλιος για τον υλικό κόσμο, αυτό είναι ο Χριστός για όσους βλέπουν πνευματικά”. Από αυτό το φως έλαμψαν και οι παρόντες μαθητές, καθώς και ο Μωυσής και ο Ηλίας.

Αυτή η Μεταμόρφωση έγινε κατά χρόνο της προσευχής του Κυρίου, το οποίο φανερώνει τη σημασία της προσευχής και για τη δική μας πνευματική μεταμόρφωση. Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι ο Χριστός απεκάλυψε αμυδρά τη δόξα της Θεότητος. Έδειξε την αθέατη δόξα της Θεότητος, όχι όση ήταν στην πραγματικότητα, αλλά όση μπορούσαν να ιδούν οι μαθητές. Δεν την απεκάλυψε σε όλο της το μεγαλείο, ώστε να μην αποθάνουν βλέποντάς την. Οι φόβοι των μαθητών ήταν προσωρινοί, αφού τους καθησύχασεν ο Χριστός λέγολτας: «μη φοβείσθε».

Ενθουσιασμένος ο Πέτρος, βλέπων, χωρίς να σκέπτεται βιωτικές μέριμνες και υλικές ανάγκες, προτείνει στον Ιησούν να μείνουν εκεί και να στήσουν τρεις σκηνές, μία για εκείνον, μία για τον Μωυσή και μία για τον Ηλία (Μαρκ. θ' 5). Διότι οι μαθητές ένιωθαν τότε ότι δεν βρίσκονται στο φυσικό Θαβώρ, αλλά στο Θαβώρ της Μεταμορφώσεως, εκείνο δηλαδή που η κορυφή εγγίζει τον ουρανό των Ουρανών. Και ενώ μιλούσε ο' Πέτρος ακούγεται η φωνή του Πατρός να λέγει: «Ουτος έστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα, αυτού ακιούετε» (Μάτθ. ιζ’ 5). Ετσι γίνεται για άλλη μια φορά η φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Ο Λουκάς πληροφορεί: «Οι οφθέντες εν δόξη (Μωυσής και Ηλίας) έλεγον την έξοδον Αυτού, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ» (Λουκ. θ'31).

Σε μια στιγμή όλα τελείωσαν και παίρνουν ο Ιησούς και οι τρεις μαθητές την πρώτη μορφή, χωρίς να είναι πλέον κοντά τους ο Μωυσής και ο Ηλίας. Όμως η ακτινοβολία της Μεταμορφώσεως έμεινε βαθειά χαραγμένη στους τρεις μαθητές.

Αυτή τη χαρά θα μετέφεραν και στους άλλους μαθητές, ώστε κανείς να μην έχει αμφιβολία για τη θεότητα και το εκούσιον πάθος του Κυρίου.

Το φως της Μεταμορφώσεως είναι το προοίμιον «της μελλούσης λαμπρότητος των εκλεκτών».

Ο Χριστός μάς διαβεβαίωσε ότι όπως λάμπω τώρα, έτσι θα λάμπουν οι δίκαιοι και οι πιστοί. Σύμφωνα με το κήρυγμά Του: «οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτών» (Ματθ. ιγ' 43).

Η Μεταμόρφωση, λοιπόν, του Κυρίου απεκάλυψε αμυδρά τη δόξα της Θεότητός Του και προμηνύει και τη δική μας μεταμόρφωση κατά την ημέρα της κρίσεως.

*Ο Ηλίας Μετοχιανάκης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης