
Καθισμένος στον ψηλό βράχο του Κάστρου, αγναντεύω την απέραντη θάλασσα, αναπολώντας στιγμές που έζησα μαζί της τόσες φορές, είτε ως μικρό παιδί είτε ως ταξιδιώτης του παντός. Έτσι απλά όπως αγναντεύω πέρασαν χιλιάδες σκέψεις από μπροστά μου, έτσι όπως διασχίζουν αρμενίζοντας τα μικρά καραβάκια ή τα μεγάλα το ήρεμο ή φουρτουνιασμένο πέλαγος.
Πόσα όνειρα, πόσες σκέψεις, πόσες αναμνήσεις, πόσες ελπίδες, πόσες χαρές και λύπες έχει χαρίσει αυτή η απέραντη θήλασα στους περισσότερους!
Μα και πόσες ψυχές μικρών παιδιών, πόσες ψυχές κοριτσιών, αγοριών, αλλά και μεγάλων συνανθρώπων μας έχουν καταβροχθισθεί από τα μανιασμένα κύματά της!
Πόση δυστυχία, πόση λύπη, θλίψη απέραντη, ωσάν την έκτασή της, έχει σκορπίσει. Και η αφελής ερώτησή μου στο αγνάντεμα των σκέψεών μου απάνω: Άραγε θυμήθηκε αυτή η θάλασσα ποτέ, τα μικρούλικα εκείνα παιδάκια και όλους εκείνους που τράβηξε κάποτε στον απέραντο βυθό της;
Κάπου εδώ, ένα μειδίαμα χαρμολύπης ήρθε να ζωγραφιστεί στον πρόσωπό μου και άμεσα και η ερώτηση: Η θάλασσα μωρέ η άκαρδη θα τους σκεφτεί;
Μπας και νομίζεις πως έχει ανθρώπινη ψυχή ή μπας και νομίζεις πως έκλεψε μια από αυτές τις παιδικές, που πήρε μαζί της, εκείνου του μικρού παιδιού και ανθρωπίστηκε; Για να ιδεί και να αισθανθεί το πόνο, που προκαλεί κάθε φορά, που σέρνει μαζί της μια ανθρώπινη ψυχή, μια παιδική ύπαρξη;
Μπας και νομίζεις πως σου μοιάζει εσένα μωρέ άνθρωπε;
Αλλά… κι εσύ μωρέ άνθρωπε, αν αφήσεις ελεύθερη τη μνήμη σου να ανατρέξει χρόνια πίσω …. Ναι…. Εσύ… θα σου φέρει μπροστά σου, να σου απλώσει εικόνες παρόμοιες με αυτές που σήμερα λες για τη θάλασσα και ίσως να σε ρωτήσει ακριβώς αυτό που σήμερα ρωτάς αυτήν. Θα διαπιστώσεις πως κι εσύ, που διαθέτεις καρδιά και συναισθήματα, έχεις φανεί πιο σκληρός και αδιάφορος στον πόνο!
Γιατί, πολλές φορές και ο εγκάρδιος, καταντά άκαρδος και σκληρός χωρίς συναισθήματα, αγάπη και φιλία.
Μοιάζεις μωρέ εκείνου; Για μια στιγμή, ύστερα από όλες αυτές τις σκέψεις και τις αναθυμίσεις, αναρωτήθηκα!
Η λογική συμβαδίζει με την καρδιά ή όχι;. Άλλοτε ναι, άλλοτε όχι!
Με μια σκέψη γαλήνης, όπως εκείνη ακριβώς που είχε απλώσει η απέραντη θήλασα, η σκέψη και ο εσωτερικός μου λογισμός βεβαίωναν.
Πόσο πόνεσες σαν είδες ένα άγγελο ξεβρασμένο σε μια παραλία; Δεν έχω άλλον τρόπο να πονώ όταν κάτι φρικτό συμβαίνει και με συνθλίβει βαθειά... Μονάχα να γράφω μυθιστορίες... κι ας ξέρω πως είναι ελάχιστο που μπορώ να κάνω...
Αυτή τη μυθιστορία την αφιερώνω στη μνήμη αυτού του μικρού παιδιού, που ξεβράστηκε σε μια ελληνική ακτή την ώρα που οι γονείς του ζητούσαν ένα καλύτερον μέλλον γι αυτό ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ...
ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΠΝΙΓΗΚΑΝ ΠΡΙΧΟΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΥΝΟΥΝ
Είχατα εγώ τα όνειρα μα σβήσανε πριν φέξει
Επήρε τα η θάλασσα μου πήρε και τη σκέψη.
Τα όνειρά μου πνίγηκαν πριχού να ξεδιαλύνουν
Αιώνια μένουν στο βυθό κι’ απάντηση δε δίνουν.

