
Ήδη από το 2009 αντιληφθήκαμε οι Νεοέλληνες ότι η χώρα μας οδηγείτο σε μια σταδιακή πτώχευση.
Την περίοδο 2013-2014 ανεφάνη κάποια ελπίδα για σταθεροποίηση της οικονομικής κατάστασης, που ανακόπηκε από τους ψευδείς πειραματισμούς και τις «αυταπάτες», επί το ηπιότερον, του 2015-2016.
Σήμερα, η κατάσταση, μέρα με τη μέρα, καθίσταται πιο τραγική. Απόδειξη, όχι ένδειξη, του δράματος που βιώνει και θα βιώσει ο λαός, είναι η «πανηγυρική» εξαγγελία του πρωθυπουργού για τη χορήγηση, στις λαϊκές τάξεις και στα εκπεσόντα σε πενία αστικά στρώματα, του «δελτίου» σίτισης.
Αφού τους αφαιρέθηκε το λεγόμενο ΕΚΑΣ και αφού μειώθησαν έτι περισσότερο οι χαμηλές συντάξεις, τους προσφέρεται το «δελτίο» σίτισης, οι ελεημοσύνες θα λέγαμε. Εισπράττονται, δηλαδή, 200.000.000 από φόρους, για να προσφερθούν τα 50.000.000 «φιλευσπλάχνως».
Η εικόνα, όμως, του «δελτίου σίτισης» φέρνει στο νου μας το «δελτίο» σίτισης του μαύρου χειμώνα 1941-42 της κατοχικής Αθήνας, με τους χιλιάδες νεκρούς της μεγάλης πείνας. Ας θυμηθούμε λοιπόν αυτές τις εικόνες όπως ακροθιγώς τις περιγράφει ο Νίκος Μαυράκης, στην αφήγησή του στο βιβλίο μας «Φυλακές Stein», επ’ ευκαιρία της μετάφρασής του στα γερμανικά, στην Αυστρία, από τον Robert Streibel, στις σελ. 44-46 του βιβλίου:
«Ο δραματικός χειμώνας, που όλοι τον ξέρουμε, του σαρανταένα - σαρανταδύο, που βρίσκει τον ελληνικό λαό, ιδίως στα μεγάλα κέντρα και ιδιαιτέρως Αθήνα-Πειραιά, σε παντελή έλλειψη τροφίμων. Γιατί, κι αυτά τα λίγα που υπήρχαν πέσανε στα χέρια της Μαύρης Αγοράς. Έτσι αυτός που δεν είχε σοβαρά εισοδήματα, ευχέρεια χρηματική μεγάλη, δεν ήταν δυνατόν να καλύψει τις ανάγκες του, αγοράζοντας φερειπείν, να δουλεύεις δέκα μέρες για να πάρεις μια μερίδα φασόλια, δεν ήταν δυνατόν. Επέσανε, λοιπόν, στη Μαύρη Αγορά. Και από την άλλη πλευρά το βαρύ κρύο. Άρχισε μία διανομή με δελτία σε όλους τους φούρνους που υπήρχανε στην Αθήνα, αλλά αυτό δεν ήτανε ψωμί, ήτανε μια μορφή μπομπότας. Μετά μάθαμε ότι ήτανε αλεσμένα λουμπούνια το αλεύρι αυτό και ότι το φέρνανε από την Αβησσυνία. Εγώ τουλάϊστο όταν το ’τρωγα ήτανε ένα κομματάκι σαν ένα μπακλαβά, αυτή ’ταν η μερίδα. Αμέσως μόλις το ’παιρνα από το φούρνο με το δελτίο το ’τρωγα μέχρι να πάω να ψάξω να βρω, αν θα βρω, πληγούρι, ή αν θα βρω φασόλια πουθενά να φάω και μου καθότανε στο στομάχι.
Όλοι οι άνθρωποι υπέφεραν απ’ αυτό. Αυτό ήτανε το ψωμί. Πέρασαν πολλοί μήνες για να διορθωθεί το ψωμί και να μπει μέσα στάρι και σίκαλη. (…) Έτσι, λοιπόν, βρέθηκε σε μια φοβερή πείνα ο λαός της Αθήνας-Πειραιώς.
Τα στοιχεία που έχουνε συγκεντρωθεί, αν δεν απατώμαι, είναι γύρω στσι τρακόσες χιλιάδες νεκρούς από την πείνα, Αθήνα-Πειραιά. Εγώ, συγκεκριμένα, με τα μάτια μου, έζησα το δράμα αυτό, διότι είχα νοικιάσει ένα δωμάτιο, στην Αγησιλάου εννέα, και έπρεπε από κει με τα πόδια να βγω από την Ομόνοια, να πάρω τη Σταδίου και να βγω μέχρι το Οφθαλμιατρείο, πάνω, που ήτανε η Τράπεζα της Ελλάδος. Στη διαδρομή αυτή, πάντα, σχεδόν πάντα, κάθε πρωί έβλεπα πεθαμένους, απάνω στις σχάρες του Ηλεκτρικού. Στην Ομόνοια που είναι τώρα εκεί οι πίδακες και τρέχουνε νερά, εκεί ήτανε πριν ανθοπωλεία, δεν ήτανε νερά, και είχε κάτι σχάρες μεγάλες απ’ όπου αεριζότανε ο Ηλεκτρικός, ο Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος που είναι από κάτω. Στις σχάρες, λοιπόν, αυτές, επηγαίνανε και μένανε παιδάκια, καμιά φορά και ηλικιωμένοι, για να ζεσταθούνε. Διότι δεν ήτανε δυνατόν να ζεσταθούνε με αυτή την πείνα που είχανε ούτε φυσικά θέρμανση. Αυτό ήτανε υπερπολυτέλεια, δεν μπορεί να συζητηθεί καν. Θέρμανση δεν υπήρχε πουθενά.
Και από κάτω η λίγη θέρμανση, από πάνω το μεγάλο ψύχος, το πρωί ήτανε πεθαμένοι. Και τους μαζεύανε με τα αμάξια και τους πετούσανε. Πολλές φορές συνέβη στη Σταδίου, όταν περπατούσα για να φθάσω στην Τράπεζα της Ελλάδος, να βρω πεθαμένο στο δρόμο απάνω, στο πεζοδρόμιο απάνω πολλές φορές.
Έτσι μ’ έπιανε και μένα, διότι κι εγώ πεινούσα και κρύωνα πάρα πολύ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου κρύωνα τόσο πολύ, που, από το φόβο μου, πολλές φορές όταν πλησίαζα εκεί πέρα αγκάλιαζα τον στύλο της ΔΕΗ γιατί αισθανόμουνα πως ζαλιζόμουνα. Τώρα μπορεί να ήτανε το δέος, μπορεί να ήτανε και η πείνα. Τέτοιες εικόνες πάρα πολλές και συχνές. Από διηγήσεις μπορεί ν’ αναφέρει πάμπολλα γεγονότα, που το δελτίο αυτό του ψωμιού το οποίο καθιερώθηκε, όταν πέθαινε κάποιος μέσα σε μια οικογένεια, πηγαίνανε με το καροτσάκι, τον εθάβανε κάπου και δεν το εμφανίζανε, γιατί θα χάνανε το δελτίο του άρτου. Και δεν εμφανιζόταν ο νεκρός επίσημα, να πούνε ότι «πέθανε, τον θάψαμε, στο τάδε νεκροταφείο». Παρά πηγαίνανε τον θάβανε κάπου, ξέρανε οι δικοί του πού τον θάβανε, για να κρατήσουν το δελτίο, να μπορέσουν να ζήσουνε οι υπόλοιποι. Τέτοια περιστατικά πάρα πολλά έγιναν στην Αθήνα και στον Πειραιά […]»
Εικόνες τραγικές, εικόνες φρίκης του χθες, που ελπίζουμε να μην ξαναζήσει ο σύγχρονος ελληνισμός.
*Ο Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος είναι καθηγητής Ιστορίας-συγγραφέας

