Ο τύπος μπήκε μέσα και στάθηκε στο κέντρο του μαγαζιού, όπως κάνουν περίπου οι παρουσιαστές στα διάφορα τηλεοπτικά σόου ή στα κέντρα διασκέδασης, όπου παρουσιάζεται κάποιο πρόγραμμα. Κοίταξε τριγύρω, για να προσαρμοστεί στο χώρο, όπως ο ανιματέρ πρωτοαντικρύζει ένα καινούριο ακροατήριο. Από το ντύσιμό του, καταλάβαινε κανείς πως δεν ήταν από την πόλη. Σίγουρα ερχόταν από κάποιο χωριό. Ύστερα, η ώρα τούτη, νωρίς το πρωϊ, οδηγεί στο συμπέρασμα, πως μόλις λίγο πριν, κατέβηκε από το αστικό στο τέρμα των λεωφορείων, στη Χανιόπορτα.

Μπεζ κυλόττα και στιβάνι μαύρο, όχι και πολύ γυαλισμένο. Μαύρο πουκάμισο, με τα μανίκια γυρισμένα δυο φορές και μαλλιά ακατάστατα, στην απόχρωση του γκρίζου. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, έδειχναν άνθρωπο της βιοπάλης, με βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπο, ενώ τα κοκαλιάρικα μάγουλά του, θα πρέπει να περίμεναν τουλάχιστον ένα τετραήμερο τη λύτρωση από το ξυράφι του κουρέα. Θα ‘ταν εξηντάρης –ή πρόωρα γερασμένος.

Όμως, το σήμα κατατεθέν της προέλευσής του, ήταν η ποδιά που φορούσε. Τέτοιες ποδιές φορούσαν, κυρίως, οι καφετζήδες στα χωριά, δείγμα καθαριότητας και νοικοκυροσύνης. Λες και είχε ξεχάσει να τη βγάλει (ή μήπως όχι;). Μάλλον όχι, γιατί είχε μαζέψει τη μια από τις δυο κάτω γωνίες της ποδιάς και την είχε γυρίσει επάνω, βάζοντας την άκρη της στη μέση του, ανάμεσα στη ζώνη του και στην κυλόττα. Έτσι η ποδιά σχημάτιζε ένα τρίγωνο και ήταν σημάδι πως αυτός που τη φοράει είναι εκτός εργασίας.

-Ορίστε, του είπε ο καταστηματάρχης, σηκώνοντας μάλλον απρόθυμα τα μάτια από την εφημερίδα με τα νέα της ημέρας και βγάζοντας τα γυαλιά του.

-Το ‘φερα, πανάθεμά το. Την πίστη μου ΄χει βγάλει … ούτε γάϊδαρος φορτωμένος.

Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες ικανότητες για να καταλάβει κανείς, πως η φανερή κόπωση και ο ιδρώτας που ξεπηδούσε από το μέτωπό του, ήτανε αποτέλεσμα του βάρους που είχε το τεράστιο έπιπλο που κουβαλούσε παραμάσκαλα. Το είχε αγκαλιασμένο σφιχτά με το δεξί του, ενώ το αριστερό βοηθούσε την κατάσταση όπως – όπως, κρατώντας το από κάτω.

-Πού να τ’ ακουμπήσω; ρώτησε τον καταστηματάρχη με φωνή που μαρτυρούσε πως και οι δυνάμεις του δεν ήταν περισσότερες από την υπομονή που του απόμενε.

-Βάλτο δω, επάνω στον πάγκο, προσωρινά, μέχρι να κατέβει να το πάρει ο τεχνικός.

Πλησίασε τον πάγκο και προσπάθησε να το ακουμπήσει, μα δεν είχε τη δύναμη να το σηκώσει αρκετά ψηλά για να το αποθέσει. Η πρώτη προσπάθεια απέτυχε και χρειάστηκε να ξαναδοκιμάσει. Ίσως να βοήθησε στη δεύτερη προσπάθεια και η βλαστήμια που του ξέφυγε πάνω στο ζόρι του.

-Βρε που να πάρει … άσε που μ’ έχει κάνει και ρεζίλι στο χωριό.

-Ρεζίλι … επανάλαβε ο καταστηματάρχης, μάλλον αντανακλαστικά και «εκ συμπαθείας».

-Ναι, ρεζίλι σου λέω. Έρχονται οι χωριανοί ν’ ακούσουνε τα νέα και τίποτα. Τι να πω; Λέω τη μια πως μου τελείωσε η μπαταρία, λέω την άλλη πως είναι χαλασμένη η κεραία. Ύστερα, τι να σου κάμει ο κόσμος; Μια δυο φορές από ντροπής, την τρίτη κάνει πως δεν κοιτάζει προς τα δω και χώνεται στο άλλο καφενείο παραδίπλα. Και με το δίκιο του … και ‘γω να ‘μουνα το ίδιο θα ‘κανα. Θα πει ο χωριανός : Να μην ακούσω ειδήσεις επειδή του Αντώνη το ράδιο δεν παίζει ; Σε λίγο δεν θα μπαίνει άνθρωπος στο μαγαζί μου.

-Καλά, θα το τακτοποιήσουμε, μην ανησυχείτε … τον διέκοψε. Αυτά συμβαίνουν.

-Ναι, αλλά όταν είναι δυο τα καφενεία και ο ένας δεν έχει ράδιο, θα πάνε όλοι στο διπλανό. Είναι ο άνθρωπος όλη μέρα στο χωράφι. Ξελακίζει, κλαδεύει, κουτσοκορφίζει, κάνει χωράφι, αλλά άμα βραδιάσει και γυρίσει στο σπίτι, θέλει να βγει να πάει στο καφενείο, ν’ ακούσει από το ράδιο τα νέα, τον καιρό … άλλη διασκέδαση δεν έχει στο χωριό.

Με το έπιπλο ανάμεσά τους πάνω στον πάγκο, οι δυο άνδρες μπορούσαν να βλέπουν ίσα- ίσα ο ένας το κεφάλι του άλλου. Κανείς δεν σκέφτηκε να κάνει ένα βήμα δεξιά ή αριστερά για να μην έχουν το ραδιόφωνο ανάμεσά τους. Και τι ραδιόφωνο. Σωστό μπαούλο, ξύλινο με το καντράν μπροστά κι από ένα τεράστιο στρογγυλό κουμπί δεξιά κι αριστερά. Το μπεζ ύφασμα που προστάτευε το μεγάφωνο, ήταν μυγιοφτυσμένο, όπως ήταν και το υπόλοιπο έπιπλο. Λέρα κι ακαθαρσία παντού και πίσω σαν ουρίτσα, κρεμόταν το καλώδιο, τυλιγμένο, με κατάληξη τα δυο κροκοδειλάκια, που πιάνονταν στους πόλους της «υγρής» μπαταρίας.

Τα ραδιόφωνα ή ράδια, όπως τα έλεγε για συντομία ο κόσμος, ήταν από τους ελάχιστους τρόπους διασκέδασης, στην «προ-τηλεορασική» εποχή. Ιδιαίτερα ο αγρότης, που δεν είχε τα οικονομικά μέσα να έχει δικό του «ράδιο» στο σπίτι –μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του πενήντα- αφού γυρίσει από τη δουλειά στο χωράφι, αφού καθίσει λίγο για ν’ αλλάξει και να ξεκουραστεί, τράβαγε για το καφενείο του χωριού για ν’ ακούσει τα νέα και να πει δυο κουβέντες με τους συγχωριανούς του.

Σε μιαν εποχή που αυτός που φορούσε ρολόι, ήταν δακτυλοδεικτούμενος, το ραδιόφωνο ήταν εκείνο που καθόριζε την ώρα της συγκέντρωσης, για ν’ ακούσει ο κόσμος τις ειδήσεις ή να σηκωθεί να πάει σπίτι του…

-Άντε να σηκωθούμε να πάμε να κοιμηθούμε, γιατί αύριο θα κάμει, λέει, καλό καιρό και το χωράφι δεν περιμένει.

-Κάτσε, μπρε, λιγάκι κι ύστερα φεύγεις…

-Δεν τσι μπορώ ‘γω τέτοιες εκπομπές … ίντα θα πει «ποικίλη ελαφρά μουσική» … σα δεν ακούσω ‘γω δυο δοξαριές του Ανεμογιώργη με το Μιχάλη του Δρακονικολή στο λαγούτο, η καρδιά μου δε λέει να πάρει μπρος.

Τα ραδιόφωνα της εποχής εκείνης ήταν και το αντικείμενο του συναγωνισμού ανάμεσα σ’ αυτούς που διέθεταν αυτή την πολυτέλεια. Υπήρχε η εντύπωση, πως όσο πιο μακριά ήταν ο σταθμός που έπιανε το «ράδιο», τόσο καλύτερη ήταν και η συσκευή.

Χαρακτηριστική ήταν η απαίτηση του επίδοξου αγοραστή ενός ραδιοφώνου, να μπορεί το ράδιο να πιάνει Κάϊρο ή BBC ή κάποιο άλλο σταθμό που είχε ακούσει ότι τον έπιανε και το ράδιο του γείτονα. Στην προκειμένη περίπτωση, η γλώσσα στην οποία μετέδιδε ο σταθμός φαίνεται πως ήταν δευτερεύον πρόβλημα.

Οι θαυμαστές αυτές συσκευές της εποχής, πέρα από το ογκώδες παρουσιαστικό τους, απαιτούσαν και την κατάλληλη κεραία, έτσι ώστε να είναι σε θέση να μπορούν να καλύπτουν τις ακουστικές απαιτήσεις του αφεντικού τους. Η κεραία αυτή ήταν ένα δεκάμετρο χάλκινο σύρμα (για να μη σκουριάζει με την πάροδο του χρόνου), το οποίο είχε στα άκρα του δυο μονωτήρες από πορσελάνη. Ο ένας προσδενότανε με κάποιο σύρμα στην ταράτσα του σπιτιού και ο άλλος, στην άλλη άκρη της κεραίας, κατέληγε στην ταράτσα του γείτονα. Τέλος, το χάλκινο σύρμα, αφού μάζευε το αόρατο ερτζιανό κύμα από το μακρινό σταθμό, το μεταβίβαζε το σήμα του στη συσκευή με ένα μονωμένο καλώδιο, που λεγόταν «κάθοδος». Αυτή ξεκινούσε από τη χάλκινη κεραία της ταράτσας μας και κατέληγε με τη βοήθεια ενός βύσματος –μπανάνας- στην «είσοδο», στο πίσω μέρος της συσκευής μας.

Η ανάγκη της ύπαρξης της κεραίας, είχε στα χρόνια εκείνα αμφίδρομη σημειολογία. Αφενός, δημιουργούσε πρόβλημα για τον κάτοχο της συσκευής. Σηματοδοτούσε στους πέριξ την ύπαρξη της συσκευής και κατά συνέπεια πρόδιδε το οικονομικό άνοιγμα του κατόχου, προσκρούοντας, έτσι, στη σεμνότητα, στη μετριοφροσύνη και στην μέχρι κάποιο σημείο, μυστικοπάθεια των ανθρώπων της υπαίθρου. Αφετέρου, ήταν το «σήμα κατατεθέν» για όσους ήθελαν να παινεύονται και να καμαρώνουν στο χωριό, πως «είχανε τον τρόπο τους», ήσαν νοικοκυραίοι και «είχαν το κουμάντο» τους.

Ωστόσο, οι απαιτήσεις της εγκατάστασης αυτού του νέου προϊόντος της τεχνολογίας δεν σταματούσαν εδώ. Την ολοκλήρωση έδινε η «γείωση». Από το πίσω μέρος της συσκευής, ξεκινούσε ένα άλλο χάλκινο σύρμα, που έπρεπε κανονικά να συγκολληθεί σε μια μεταλλική πλάκα, η οποία –κατά την υπόδειξη του πωλητή- θα έπρεπε να χωθεί μέσα στο χώμα, στη γη. Γείωση, όπως την αποκαλούσαν. Συχνά, ο πωλητής, μαζί με τις τεχνικές πληροφορίες, έκανε στον πελάτη την υπόδειξη να φροντίσει να βρίσκεται η πλάκα σε μέρος υγρό. «Ρίχνε από πάνω και λίγο νερό, πότε – πότε. Πες πως είναι λουλούδι και το ποτίζεις», τον καθοδηγούσε, μεταξύ σοβαρού και αστείου. (… συνεχίζεται)

[email protected]